Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Τι να’ ναι άραγε;


Τι να’ ναι άραγε;

Τι να’ ναι άραγε χειρότερο;
Να χάσεις ,πολεμώντας ,στην μάχη την ζωή σου;
Η την τιμή σου ,στην υποχώρηση;

Τι να’ ναι άραγε ατιμότερο;
Να προδώσεις από μόνος ,όσους τάχτηκαν μαζί σου;
Η να προδώσεις στην ανάκριση;

Τι να’ ναι άραγε σοφότερο;
Να αλλάξεις γνώμη ,αν λάθος έχεις συμβουλέψει το παιδί σου;
Η να επιμένεις στην αρχική σου άρνηση;

Τι να’ ναι άραγε σωστότερο;
Χωρίς τον πόνο της αγάπης να περάσεις την ζωή σου;
Η να αφεθείς μες της αγάπης την εξάρτηση;

Τι να’ ναι άραγε εξυπνότερο;
Να προκαλέσεις τον εχθρό για μάχη ,στην έδρα την δική σου;
Η να κερδίσεις με μια μόνο συζήτηση;

Τι να’ ναι άραγε ομορφότερο;
Κάθε στιγμή μες την ζωή, να ζω και να μοιράζομαι μαζί σου;
Σε τούτο δεν χωράει Η.
Αυτή είναι η μοναδική σωστή ,για εμένα απάντηση!!!!!!

John Fenix

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Κυριακή.Μια μέρα για ξεκούραση.

Η Ιστορία που θα διαβάσετε είναι εντελώς φανταστική, αν και θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα από εμάς. Καλή Κυριακή σε όλους.

 
Κυριακή.
Μια μέρα για ξεκούραση.


Πέρασε δύσκολα ετούτη η εβδομάδα.
Έκανε ζέστη κι ένοιωθα ότι θα εκραγώ.
Με ταλαιπώρησε πολύ η άτιμη ριμαδα.
Μα ήρθε ξανά η Κυριακή και θα ξεκουραστώ.

Κοιμήθηκα από το Σάββατο νωρίς,
ώρες πολλές στον ύπνο να το ρίξω.
Που να το φανταζόμουνα όμως, ο δυστυχής,
την Κυριακή τι μου μελε, ο δόλιος να τραβήξω!!

Στις έξι η ώρα το πρωί λαχτάρησε η ψυχή μου.
Η γάτα έκανε έφοδο να φάει το καναρίνι.
Ξύπνα, μας κάνανε έφοδο φωνάζω στην καλή μου,
αρπάζω ότι είχα δίπλα μου, μα ήταν μανταρίνι

Με όση φωνή μου έβγαινε μέσα στην σαστιμάρα,
φωνάζω, πίσω ρε και σας έφαγα, κρατάω μια σαλάτα
Μέσα στον ύπνο ,τι να έλεγα? είπα μια σαχλαμάρα.
Πάω κουζίνα, ανάβω φως, μιαου μου λέει η γάτα!

Με τα πολλά ξανάπεσα μήπως και κοιμηθώ,
μα είχα ξεχάσει στον εαυτό μου να θυμίσω.
Του παλιατζή το πέρασμα κάθε Κυριακή οχτώ.
Πάει ο ύπνος, πέταξε, θυμίστε μου να βρίσω

Κάνω καφέ και πάω αυλή, την μέρα μου ν’ αρχίσω.
Όμορφα να ξεκουραστώ και το μυαλό ν’ αδειάσω.
Μα ήτανε πάλι γραφτό, πάλι να λαχταρίσω.
Κάποιος ξάφνου μου φώναξε, αν θέλω  κοπριά να αγοράσω


Βγαίνει η καλή μου στην αυλή, πόσο καλέ την έχεις;
Ελπίζω να ρωτάς για κοπριά της λέω εγώ, εντάξει;
Τρία σακιά λέει αυτή, ξεφόρτωσε τα στην αυλή άμα αντέχεις.
Όπως το καταλάβατε, το όμορφο το ξύπνημα, μόλις είχε πετάξει.

Γέμισε η αυλή μου κοπριά από τον κοπροπολη,
και για τρεις ώρες τάιζα , φαγακι στα λουλούδια
Η μπόχα εξαπλώθηκε στην γειτονιά μου όλη
κι ο γείτονας για εκδίκηση, στη διαπασών τραγούδια



Ένα κεφάλι τούμπανο κι η μέση με πονάει.
Πάω να κάνω ένα ντους λίγο να ξαποστάσω.
Τότε η καλή μου σκέφτηκε ότι με αγαπάει
Και δεν μπορούσα μες το ντους  σαπούνι για να πιάσω!



Πάει κι αυτό ,τελείωσε, έφαγαν τα φυτά μου.
Ετσιμπησα κάτι και γω, !!!!έφτασε μεσημέρι.
Βγήκα στον κήπο μου ξανά, βλέπω την πεθερά μου
κι όλο το σοι της μαζί να μου κουνά  το χέρι!


Γεια σου παιδί μου ήρθαμε, όλοι για μπι μπι κιου
βρήκαμε κάτι κρέατα μούρλια από μια στάνη.
Ημέρα για ξεκούραση ας πάμε ατού γαμπρού
που στα ψησίματα κανείς μας δεν τον φτάνει

Βγαίνει απ’το σπίτι η γλυκιά, αρχίζει τα φιλάκια
Μαμά, Μανόλη, Σουλα μου, σοι μου αγαπημένο,
Χαρουλη, Τίνα, Ευλάμπιε, καλώς τα ανιψάκια
Και γω αντί για αγκαλιά παρέλαβα, το κρέας τυλιγμένο!

Τα υπόλοιπα φαντάζεστε, κάρβουνα, λάδια, ξύδια
Τρώγαμε και γλεντούσαμε, όλοι ευτυχισμένοι
Για ώρες τρεις μασούλαγαν, μου έπρηξαν τα ……..{συμπληρώστε το κενό με λέξεις που ταιριάζουν.
                                                                                    όπως  μύδια, αντίδια ,φρύδια κ.λ.π}
Κι έφυγαν όλοι τους αυτοί, κατενθουσιασμένοι!!


Έτρεμα απ’ την κούραση και την ταλαιπωρία,
καθώς καθάριζα αυτά που οι άλλοι είχαν αφήσει.
Μα η Κυριακή δεν τέλειωσε, υπάρχει ιστορία,
Φέρνει ο γείτονας κι αυτός κρέατα για να ψήσει.

Τράκα τσιγάρο το’ξερα, τράκα  για φράγκα εντάξει
Τράκα για θράκα βρε παιδιά δεν μου’χει ξανατυχει.
Μας πήρε και τα κόκαλα που είχαμε πετάξει,
τάχα ότι θα τα έδινε στον σκύλο του Ευτυχη.

Η ώρα έφτασε επτά μέχρι να καθαρίσω.
Τα πόδια δεν με βάσταγαν απ’την ταλαιπωρία.
Έψαχνα να βρω μια σκιά, κάπου για να καθίσω.
Σαν τον φαντάρο ένιωθα μετά από πορεία..

Και για να μην πολυλογώ μ’αυτην την ιστορία,
σε λίγο φτάνει ξάδελφος τραγουδιστής μεγάλος.
Μαζί με φιλαράκια του σαν μέλη από μαφία
Επίσκεψη για βραδινό, φτάνει και κάποιος άλλος.

Τελειώσαμε στις έντεκα εγώ στα μέσα κι έξω.
Τρέχω εδώ τρέχω εκεί, όλους να τους προλάβω.
Παραμιλώ από κούραση και οχτώ κιλά κρασάκι
Της ανοικτής παλαμεως παράσημο θα λάβω

Και δεν μου φταναν όλα αυτά, έχω και την γλυκιά μου.
Σουναμενη, κουναμενη στις έντεκα το βράδυ,
κι ενώ από την κούραση εβουιζαν τα’αφτια μου
Μωροοο. Μου λέει πονηρά, γιαααα έλα στο κρεβάτι!!

Κατά τις δωδεκάμισι  όλα είχαν τελειώσει
και βγήκα στο μπαλκόνι μου τα’ αστέρια για να δω.
Όλο αγωνία σκέφτηκα πότε να ξημερώσει,
να πάω στην δουλειά μου, για να ξεκουραστώ!!!!



John Fenix

Εμείς οι δυό

  
Εμείς οι δυό



Εμείς οι δυο
Αγαπηθήκαμε πολύ
Μέσα σε τούτη την ζωή
Και προχωράμε
Εμείς οι δυο
Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό
Δίνουμε μάχες και οι δυο
Μαζί νικάμε

Εμείς οι δυο
Δυο της αγάπης  οπαδοί
Μέσα σε τούτη την ζωή
Μόνο αγαπάμε
Εμείς οι δυο
Που μας πολέμησαν πολλοί
Με του ερωτά μας το φιλί
Τους πολεμάμε

Εμείς οι δυο
Και για την άλλη ζωή
Κι οι δυο μαζί, εγώ και συ
Μαζί θα πάμε
Εμείς οι δυο
Τα δυο σου χέρια να κρατώ
στα χέρια μου σαν φυλακτό
και δεν φοβάμαι

Εμείς οι δυο, που γεννηθήκαμε ο ένας για τον άλλο
Και στην ζωή μας ζήσαμε , έναν έρωτα μεγάλο
Εμείς οι δυο και στον παράδεισο μαζί θα πάμε
Γιατί αγάπη μου ,εμείς οι δυο, ξέρουμε να αγαπάμε

John Fenix

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Με κοίταξες.


Με κοίταξες.


Με κοίταξες.
Και μες τα απορημένα μάτια σου, φωναζε το παράπονο
Με κοίταξες. Και βιαστικά με δίκασες.
Δεν φταίω εγώ που βρέθηκες ,να ζεις σε κόσμο άπονο.

Με κοίταξες.
Και μες τα πονεμένα μάτια σου, της θλίψης η απορία
Με κοίταξες. Με μια ματιά με ρήμαξες
Άλλοι όμως σε άφησαν, σε αυτήν του δρόμου την γωνία
               
Με κοίταξες.
Και μέσα από τα μάτια σου, είδα στο βάθος της ψυχής σου
Με κοίταξες. Με μια ματιά με δίδαξες
Ήταν μαρτύριο για σένανε ,η κάθε μέρα της ζωής σου

Με κοίταξες
Βαθιά από μέσα σου βουβά ,δειλά, με παρακάλεσες
Με κοίταξες. Και την ψυχή μου άρπαξες
Με μένανε σκυλάκι μου θα’ ρθείς, αφού για αγάπη κάλεσες

John Fenix

Η επανάσταση του σκλάβου


Η επανάσταση του σκλάβου


Γεννήθηκα ελεύθερος ,πνεύμα αγνό και άγιο.
Οι μοίρες πριν να φύγουνε, μου είπανε κουράγιο.
Ευχή μου δώσαν δυνατή ,να μάθω την  ζωή.
Και μ’ άφησαν μονάχο μου ,σ’ αυτήν την φυλακή.

Και ανέλαβαν οι άνθρωποι ,άνθρωπο να με κάνουν.
Όπως εκείνοι τα έμαθαν ,τα ίδια να μου μάθουν.
Ανάμεσα σας για να ζω, να μάθω να υπάρχω.
Ότι βιώνεται εσείς ,  και γω, τον ίδιο βίο να διάγω.

Μου είπαν είσαι Χριστιανός, διάβασε για να μάθεις.
Κακό μην κάνεις στην ζωή, γιατί κακό θα πάθεις.
Για εμάς σκοτώθηκε ο Χριστός, μας δίδαξε αγάπη.
Και να φοβάσαι τον Θεό ,μην πάθεις καμιά βλάβη.

Όταν ξυπνάς κάθε πρωί ,να κάνεις τον σταυρό σου.
Ποτέ μην κάνεις την ζημιά, ποτέ στον διπλανό σου.
Όταν στον δρόμο δεις παπα, να του φιλάς το χέρι.
Γύρνα και  άλλο μάγουλο, αν κάποιος σου την φέρει.

Αυτά και άλλα μάθαινα ,άνθρωπος για να γίνω.
Κι άρχισα με όλα αυτά να ζω ,και άρχισα να δίνω.
Ανάμεσα σας για να ζω , ένας όπως κι οι άλλοι.
Και έπαιρνα για αντάλλαγμα ,σφαλιάρες στο κεφάλι.

Με είχαν φτιάξει για εσάς ,έναν υπέροχο  χαζό
Φοβόμουν πάντα τον Θεό, αντί για να τον αγαπώ
Με μάθανε στο σύστημα ,να σκύβω το κεφάλι
Και όσο χαμήλωνα εγώ ,ψηλά ανέβαιναν οι άλλοι


Άρχισα πια να ψάχνομαι ,μεγάλος που είχα γίνει.
Γύρω μου όλα ψεύτικα, το ψέμα μου την δίνει.
Ότι μου είπαν έκανα, μα ήμουν κάποιος άλλος.
Ελεύθερος γεννήθηκα, σκλάβος ήμουν μεγάλος


Πνεύμα αγνό και ελεύθερο ,βρέθηκα σε καλούπια.
Με φόβισαν με τον Θεό ,να ζω με τα  χαρούπια.
Στον φόβο μου επένδυσαν ,ολόκληρο  παιχνίδι.
Ενώ οι παπάδες έτρωγαν ,στο καπηλειό κοψίδι.


Δεν με είχαν μόνο στου Θεού ,λάθος δασκαλεμένο.
Μα όλο το σύστημα της γης ,με είχε καλουπωμένο.
Ένιωσα να τρελαίνομαι ,με όλη αυτήν την πλάνη.
Όλοι μας ένας αριθμός, σκλάβους μας έχουν κάνει.

Με την θρησκεία μας κρατούν, κάτω καθηλωμένους.
Να μην κοιτάξουμε ψηλά ,κόντρα στους βολεμένους.
Μας δώσανε για σύστημα, τάχα ,κάποια δημοκρατία.
Την  ώρα που αυτοί ,ζούνε καλά ,μέσα στην αναρχία.

Ότι γουστάρουν κάνουνε, λογαριασμό δεν δίνουν.
Mόνο για κατανάλωση , να υπάρχουμε αφήνουν.
Καμία αξία πουθενά , όλες παντού ξεθωριασμένες
Tα όνειρα και οι ελπίδες μου, είναι υποθηκευμένες.

Και επαναστάτησα εγώ, εγώ και ο εαυτός μου.
Δεν είμαι σκλάβος κανενός, ούτε ο αδελφός μου.
Και τα καλούπια έσπασα ,λευτέρωσα την σκέψη.
Ελεύθερος είμαι ξανά κι αυτό πολύ μ’ αρέσει.

Με τον Θεό τα μίλησα , τον αγαπάω και το βλέπει.
Δεν τον φοβάμαι τώρα πια, τον σεβασμό μου έχει.
Απ’ τους ανθρώπους λεύτερο, άφησα το μυαλό μου.
Και αποφάσισα να ζω ,σε κόσμο ποια δικό μου.


Στον κόσμο μου δεν συγχωρώ ,όποιον με βλάψει.
Μάγουλο δεν ξαναγυρνώ, απάντηση θα αρπάξει.
Όλο τον κόσμο θα αγαπώ ,γιατί έτσι είναι σωστό.
Για την αγάπη όμως αυτή, θύμα δεν θα πιαστώ.

Σκλάβος εγώ ποτέ ξανά ,ποτέ !! δεν πρόκειται να γίνω.
Και τα παιδιά μου ελευθέρα ,να σκέπτονται θα αφήνω.
Πάντα θα ζω με τις αρχές ,ελευθέρου ανθρώπου.
Δεν θα είμαι εγώ επένδυση, του κάθε κερδοσκόπου.


Παπάδες και πολιτικούς ,ποτέ ξανά, δεν θα πιστέψω.
Ποτέ μου δεν θα πουληθώ, εμένανε για  να βολέψω.
Πάλι θα ξαναγεννηθώ, σαν πνεύμα αγνό και άγιο.
Κι όχι σοφός να περπατώ, με το μυαλό μου άδειο.


Απόψε ελευθερώνομαι , σπάω επιτέλους τα δεσμά μου.
Ελεύθερος θα σκέπτομαι και θα πιστεύω τα δικά μου.
Τον φόβο που μου δώσατε , πίσω θα σας τον δώσω
Με τα γραπτά μου ελεύθερος ,κι άλλους να λευτερώσω.



John Fenix

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Φύτεψα έναν σπόρο.


Φύτεψα έναν σπόρο.

Με φαντασία ,κάποια  όνειρα και με ελπίδες
Κι όσα μου έφεραν της ζωής μου οι καταιγίδες
Μάζεψα γνώσεις, εμπειρίες και άπειρη αγάπη
Κι όσα μου μάθαν  της ζωής λάθη και  πάθη

Και όλα ετούτα μαγικά μετέτρεψα σε σκέψεις
Σκέψεις που σε καλούν μ’αυτές να ταξιδέψεις
Μετά τις σκέψεις έβαλα σε ένα μικρούλη  σπόρο
Που φύτεψα απρόσκλητος στου κόσμου σας τον χώρο

Αν τον ποτίσετε σωστά δέντρο ζωής θα γίνει
Δέντρο που όσο αγαπάς, γνώσης καρπούς θα δίνει
Φύτεψα έναν σπόρο απ’ της ζωής μου το σχολείο
Τίτλο του έδωσα και  το έκανα για εσάς βιβλίο

John Fenix