Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Η αυτοβιογραφία ενός συγγραφέα.


Η αυτοβιογραφία ενός συγγραφέα.


Κάποια φορά στην θεια μου, επίσκεψη είχα πάει.
Όλη μου η οικογένεια, πολύ,! πολύ την αγαπάει.
Καλή γυναίκα, έξυπνη , άξια , χοντρά κονομημένη.
Δικηγορίνα ήτανε , με φράγκα πάντα φορτωμένη.

Χαρές, φωνές και αγκαλιάσματα ,θεια αγαπημένη.
Κι’ ενώ από μέσα μου έλεγα, θεια μου ματσωμένη.
Καλώς τον, τον Γιαννάκη μου, καλώς το το καμάρι.
Όχι σαν το δικό μου το παιδί ,που’ναι ένα ντουβάρι.

Μίλαγε για τον ξάδελφο ,που εγώ πολύ τον αγαπάω.
Πολύ καλό παιδί ,μα ντροπαλό ,ξύπνιος ,το μολογάω.
Μα όταν οι δυο βρισκόμασταν έπαιρνα την σκυτάλη.
Πλάκες εγώ και χάχανα, βροχή οι φάπες στο κεφάλι.

Τι να σου φέρω για να φας ; με ρώτησε η θειά μου
Θέλεις μια πίτσα με ζαμπόν ; βοήθαμε κοιλιά μου!!
Πίτσα με από όλα ,λέω εγώ. Φραγκάτη ήταν η θείτσα.
Τότε, εκείνο τον καιρό παιδιά, χοντρή μαγκιά η πίτσα.

Παιδί μικρό ακόμα εγώ, δυο πίτσες τρώω μόνο.!!
Κι ευθύς μετά ξεκίνησα ,να της τις ξεπληρώνω.
Πόσο έξυπνη είσαι θεια μου! όλα τα καταφέρνεις.
Ότι κι αν σου ζητά κανείς, αμέσως του το φέρνεις.


Κοκκίνισε η θεια μου η έξυπνη ,από το κοπλιμάν.
Σιγά το πράγμα αγόρι μου, δυο πίτσες ήτανε ,αμάν!
Μετά ,πολλά και διάφορα, αστεία και εξυπνάδες.
Και έγραφα στην συνέχεια στα χέρια μαντινάδες.


Έκλεψα την παράσταση και εκείνη την ημέρα.
Ο ξάδελφος μουρμούραγε, τον είχα κάνει πέρα.
Και άρχισε η θεια και στους δυο μας, να μιλάει.
Σε μέναν και στον ξάδελφο και να μας εξηγάει.


Πως την ζωή κερδίζουν μοναχά ,όσοι πουλάνε αέρα.
Η γλώσσα σπάει κόκαλα ,των δυνατών είναι φοβέρα.
Αν στην ζωή θέλεις λεφτά ,πολλά για να αποκτήσεις.
Αν θες να μάθεις να νικάς, την γλώσσα ν’ ακονίσεις.



Για αυτό τον λόγο λέει η θειά, σιγά στον ξάδελφο μου.
Σαν τον Γιαννάκη να γενείς, που ναι το αγαπητό μου.
Πάρε του λέει εκατό δραχμές και άντε να διαβάσεις.
Και συ Γιαννάκη πεντακό κι άντε να διασκεδάσεις.


Πέρασε η ώρα και έφυγα , γοργά στο σπίτι φτάνω.
Με όσα μας είπε στο μυαλό, πως προκοπή να κάνω.
Ότι είχε δίκιο ήξερα, από μυαλά τα είχε τετρακόσια.
Κι εγώ με πλάκες και με χάχανα της πήρα πεντακόσια.


Έτσι ευθύς κατάλαβα, το μέλλον μου ποιο θα ναι.
Πώς να χω αρκετά λεφτά, κι όλοι να μ’ αγαπάνε.
Ο ξάδελφος τα άκουσε αλλιώς, έγινε αρειπαγέας.
Εγώ από μικρό ήμουν χαζό!. Έγινα συγγραφέας.!!


John Fenix
{ Όπως είπα η ιστορία είναι φανταστική!!! Δεν έφαγα ποτέ δυο πίτσες!!}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου