Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Η κυρα Λίτσα

Θα μου επιτρέψετε να αφιερώσω το ποίημα στον Δημήτρη και την Βάνα .
Δύο ανθρώπους που δεν ξεχνάν τι θα πει να είσαι άνθρωπος.!!!!!!!!!!
Η κυρα Λίτσα

Χρόνια κλεισμένη στα σκληρά δεσμά της λογικής
Δεσμά που αλυσόδεσαν πριν χρόνια το μυαλό της
Θύμα και αυτή όπως πολλοί ετούτης της ζωής
Δοκιμασίες δύσκολες που λύγισαν  το λογικό της

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι από τα ίδια
Αυτό που κάποιος ξεπερνά ,τον άλλο τον τρελαίνει
Την κυρα Λιτσα βρήκανε ,να κλαίει στ’ αποκαΐδια
Σαν κάηκε το σπίτι της και η κόρη της η Ελένη

Και από τότε, χρόνια πριν , τα λογικά της πάνε
Στα δυο χωρίστηκε ο νους, δυο φωνές της λένε
Σπαρακτικές φωνές ,την κόρη της να της ζητάνε
Και δυο μυαλά που μέσα της ,ολημερίς να κλαίνε


Κανέναν δεν επείραζε, στον κόσμο της κλεισμένη
Θαρρεί πως ζει η κόρη της κάπου στα μαύρα ξένα
Και κάποια μέρα θε να ρθει ξανά, η όμορφη Ελένη
Μάνα και κόρη θα βρεθούν, να πουν τα περασμένα

Χρόνια και χρόνια που ζητά να της τηλεφωνήσει
Μα όλο ξεχνά τον αριθμό που έχει το παιδί της
Θέλει πριν φύγει απ’την ζωή στην κόρη να μιλήσει
Και να της πει δεν ξέχασε ,κάποια υπόσχεση της

Σε ένα τηλέφωνο παλιό που δεν δουλεύει ,όλη μέρα
Να θυμηθεί τον αριθμό ,ποτέ της δεν το καταφέρνει
Ποτέ δεν μίλησε κανείς απ’ την γραμμή την πέρα
Μα η κυρα Λίτσα  πολεμά ,παίρνει και ξαναπαίρνει

Απ’ την αρρώστια του μυαλού, κανείς ποτέ δεν πάει
Το σώμα όμως είναι αλλιώς ,έχει δικούς του νόμους
Χάνονται πλέον οι αντοχές ,σαν η ψυχή πονάει
Και η  Λιτσα άρρωστη βαριά, τρελαίνει νοσοκόμους

Φέρτε μου ένα τηλέφωνο ,στην κόρη μου να πάρω
Να της μιλήσω σχετικά με την υπόσχεση μου
Θέλω ένα τηλέφωνο ,πριν φύγω με τον Χάρο
Θέλω επιτέλους η φτωχιά ,να ακούσω το παιδί μου

Γελά ο κόσμος γύρω της ,που ακούει μια τρελή
Τηλέφωνο να τους ζητά για να τηλεφωνήσει
Ο βλάκας πάντοτε γελά ,σε ετούτη την ζωή
Σαν κάτι δεν μπορεί αυτός ,να το κατανοήσει

Τα μάτια της βουρκώνουνε {και ο τρελός πονάει}
Μέσα απ’ τα δάκρυα θωρεί ,φτάνει μια οπτασία
Ντυμένος στα κατάλευκα ,γλυκά που την κοιτάει
Σαν άγγελο είδε τον γιατρό ,η άρρωστη φαντασία

Πιάνει το ένα χέρι της και στοργικά της το φιλά
Λιτσα μου βρέθηκε ο αριθμός που έχει η Ελένη
{Δεν έχει κόστος άνθρωπος αν δείξει ανθρωπιά}
την κάλεσα στο κινητό, στην άλλη άκρη περιμένει

Έλαμψε ένα πρόσωπο ποιο φωτεινό απ’ την μέρα
Αρχίζει η δόλια να μιλά και απόκριση να παίρνει
Μίλαγε στην Ελένη της και η τρέλα πήγε πέρα
Σαν να μην χάθηκαν ποτέ ,καλά τα καταφέρνει

Ήθελα Ελένη να σου πω ,για την υπόσχεση μου
Θυμάσαι που με έβαλες ,όρκο για να σου δώσω
Πως δεν θα φύγω  απ’την ζωή, μονάκριβη μου
Προτού νυφούλα Ελένη μου, εσε να καμαρώσω


Εδώ είμαι παιδάκι μου εγώ ,εδώ , σε περιμένω
Τέλειωσε τις δουλίτσες σου και έλα να με βρεις
Το νυφικό σου Ελένη μου, εγώ στο έχω ραμμένο
Δίπλα σου θα είμαι Ελένη μου, όταν θα παντρευτείς

Άκουγε ο άνθρωπος γιατρός και πόναγε η ψυχή του
Κι από την άλλη την γραμμή έκλαιγε κάποια Ελένη
Η Λιτσα χρόνια αρκετά ,που ήτανε ασθενής του
Ήξερε την ψυχούλα της ,που ήταν τόσο πονεμένη


Της κράταγε το  χέρι τρυφερά ,στο χέρι το δικό του
Και αυτή μιλώντας πόναγε, στου σώματος την πάλη
Ώσπου απ’ το χέρι της γλιστρά, ξάφνου το κινητό του
Και η Λιτσα με χαμόγελο ,πάει στην ζωή την άλλη


Καθόλου δεν την ένοιαξε αν πόναγε αυτή 
Αυτό που χρόνια ζήταγε το είχε καταφέρει
Κι έφυγε ευτυχισμένη από ετούτη την ζωή
Γιατί μια γλυκιά ψυχή της κράταγε το χέρι

John Fenix

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ο ΒΙΑΣΤΗΣ



Κανείς δεν μπόρεσε να πει με σιγουριά ,ότι ήσουν λάθος
Όλοι σε κοίταζαν που έμοιαζες ,με ερειπωμένο δάσος
Μα δεν μπορούσαν σίγουροι, ευθύνες να σου δώσουν
Χωρίς όσα πιστεύανε σωστά ,όλοι ετούτοι να προδώσουν

Και συ, με βλέμμα απλανές και τα δυο χέρια ματωμένα
Δίπλα σε σώμα άψυχο και όλα τα ρούχα σου σκισμένα
Σπαρακτικές άφωνες φωνές βοήθειας ,έβγαζε η ψυχή σου
Εσύ, ένα μαχαίρι να κρατάς ,που μόλις σκότωσε τον βιαστή σου

John Fenix

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Η αυτοβιογραφία ενός συγγραφέα.


Η αυτοβιογραφία ενός συγγραφέα.


Κάποια φορά στην θεια μου, επίσκεψη είχα πάει.
Όλη μου η οικογένεια, πολύ,! πολύ την αγαπάει.
Καλή γυναίκα, έξυπνη , άξια , χοντρά κονομημένη.
Δικηγορίνα ήτανε , με φράγκα πάντα φορτωμένη.

Χαρές, φωνές και αγκαλιάσματα ,θεια αγαπημένη.
Κι’ ενώ από μέσα μου έλεγα, θεια μου ματσωμένη.
Καλώς τον, τον Γιαννάκη μου, καλώς το το καμάρι.
Όχι σαν το δικό μου το παιδί ,που’ναι ένα ντουβάρι.

Μίλαγε για τον ξάδελφο ,που εγώ πολύ τον αγαπάω.
Πολύ καλό παιδί ,μα ντροπαλό ,ξύπνιος ,το μολογάω.
Μα όταν οι δυο βρισκόμασταν έπαιρνα την σκυτάλη.
Πλάκες εγώ και χάχανα, βροχή οι φάπες στο κεφάλι.

Τι να σου φέρω για να φας ; με ρώτησε η θειά μου
Θέλεις μια πίτσα με ζαμπόν ; βοήθαμε κοιλιά μου!!
Πίτσα με από όλα ,λέω εγώ. Φραγκάτη ήταν η θείτσα.
Τότε, εκείνο τον καιρό παιδιά, χοντρή μαγκιά η πίτσα.

Παιδί μικρό ακόμα εγώ, δυο πίτσες τρώω μόνο.!!
Κι ευθύς μετά ξεκίνησα ,να της τις ξεπληρώνω.
Πόσο έξυπνη είσαι θεια μου! όλα τα καταφέρνεις.
Ότι κι αν σου ζητά κανείς, αμέσως του το φέρνεις.


Κοκκίνισε η θεια μου η έξυπνη ,από το κοπλιμάν.
Σιγά το πράγμα αγόρι μου, δυο πίτσες ήτανε ,αμάν!
Μετά ,πολλά και διάφορα, αστεία και εξυπνάδες.
Και έγραφα στην συνέχεια στα χέρια μαντινάδες.


Έκλεψα την παράσταση και εκείνη την ημέρα.
Ο ξάδελφος μουρμούραγε, τον είχα κάνει πέρα.
Και άρχισε η θεια και στους δυο μας, να μιλάει.
Σε μέναν και στον ξάδελφο και να μας εξηγάει.


Πως την ζωή κερδίζουν μοναχά ,όσοι πουλάνε αέρα.
Η γλώσσα σπάει κόκαλα ,των δυνατών είναι φοβέρα.
Αν στην ζωή θέλεις λεφτά ,πολλά για να αποκτήσεις.
Αν θες να μάθεις να νικάς, την γλώσσα ν’ ακονίσεις.



Για αυτό τον λόγο λέει η θειά, σιγά στον ξάδελφο μου.
Σαν τον Γιαννάκη να γενείς, που ναι το αγαπητό μου.
Πάρε του λέει εκατό δραχμές και άντε να διαβάσεις.
Και συ Γιαννάκη πεντακό κι άντε να διασκεδάσεις.


Πέρασε η ώρα και έφυγα , γοργά στο σπίτι φτάνω.
Με όσα μας είπε στο μυαλό, πως προκοπή να κάνω.
Ότι είχε δίκιο ήξερα, από μυαλά τα είχε τετρακόσια.
Κι εγώ με πλάκες και με χάχανα της πήρα πεντακόσια.


Έτσι ευθύς κατάλαβα, το μέλλον μου ποιο θα ναι.
Πώς να χω αρκετά λεφτά, κι όλοι να μ’ αγαπάνε.
Ο ξάδελφος τα άκουσε αλλιώς, έγινε αρειπαγέας.
Εγώ από μικρό ήμουν χαζό!. Έγινα συγγραφέας.!!


John Fenix
{ Όπως είπα η ιστορία είναι φανταστική!!! Δεν έφαγα ποτέ δυο πίτσες!!}

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Τι και αν εμίλησα ο σοφός



Τι κι’ αν εμίλησα ο σοφός ,στα αυτιά του κόσμου.
Κανείς δεν βρέθηκε να πει ,σοφέ την γνώση δώσμου.
Κανένας δεν κατάλαβε ,όταν σε αυτούς  μιλούσα
Ότι ήθελε άκουγε ο καθείς ,και  ο σοφός, πονούσα


Εγώ για αγάπη εμίλαγα , σε όλους τους ανθρώπους.
Μα την αγάπη μπέρδεψαν ,μαζί με λάγνους πόθους.
Είπα άνθρωπε τον άνθρωπο, μην τον κερνάς κακία.
Μην του στερήσεις την χαρά , γιατί είναι αδικία


Λες και τους είπα ,άνθρωποι ,φάτε τον διπλανό σας.
Όταν χτυπάτε άνθρωπο ,είναι για το καλό σας.
Ότι εσύ λάθος θωρείς ,στον άλλον μη το κάνεις.
Μην ζήσεις μες το άδικο και άδικος πεθάνεις.


Μα αυτοί σπείρανε άδικο παντού και άδικο θερίζουν.
Όταν αυτούς το άδικο θα βρει, φωνάζουνε και βρίζουν.
Όλα τα θέλουν, τα ζητούν, τους νοιάζει  το δικό τους.
Στο κέντρο όλου του σύμπαντος ,έχουν τον εαυτό τους.


Τι κι’ αν εμίλησα ο σοφός, για καλοσύνη και  αξίες.
Αυτοί βουτήξαν ποιο  βαθιά ,μέσα στις αμαρτίες.
Τι κι αν εμίλησα ο σοφός ,να αγαπά τον αδελφό του.
Τον μόνο που αυτός αγάπησε , ήταν τον εαυτό του.


Αν θέλω εγώ να είμαι σοφός, ανθρώπους να διδάξω.
Τον τρόπο που βλέπει το μυαλό, θα πρέπει να αλλάξω.
Αφού όλα σωστά, ο άνθρωπος, νομίζει πως τα ξέρει.
Κι ότι στο χάος του ουρανού ,είναι το μόνο αστέρι.


Αφού από άλλο άνθρωπο, δεύτερη γνώμη δεν σηκώνει
Και πάντα λέει  δεν φταίει αυτός ,ακόμα κι αν σκοτώνει
Πάνω από αυτόν ποτέ κανένανε ,καλύτερο  δεν βάζει
Είναι καλύτερα λοιπόν, αυτός τον εαυτό του να δικάζει


Θα του διδάξω τεχνική ,με την σοφία του μυαλού του.
Να είναι ο ίδιος δικαστής και τιμωρός του εαυτού του.
Ίσως με τέτοιο δίκαιο , τα λάθη του ποιο εύκολα να δει.
Στον δικαστή του, εαυτό ,όταν θα πρέπει να απολογηθεί.

Σαν δικαστής και τιμωρός ,ίσως και  να διορθωθεί!!!

Αφού η καλή προσέγγιση ,δεν άλλαξε ανθρώπους
Ίσως με την ανάποδη, σωστούς να έχουν  τρόπους
Έτσι κι αλλιώς αν πιάσει αυτό ,για εμένα το ίδιο είναι
Απ’ την καλή η απ’ την ανάποδη ,εγώ, πάλι σοφός θα είμαι!!

 John Fenix
Αυτά μου τα είπε ένας σοφός….. ΣΟΦΟΣ  απ’ την καλή ,ΣΟΦΟΣ και από την ανάποδη…

Παιδί μου




Όπως το δέντρο που ωρίμασε  καρπούς ,πολύ νωρίς
Κι όλοι χαλάσανε ,όταν τους χτύπησε το πρώτο κρύο
Έτσι και συ που  βιάστηκες ,ότι μεγάλωσες να πεις 
Και πόνεσες, στο πρώτο δύσκολο της ζωής φορτίο


Πριν πάει στην μάχη ,ο στρατιώτης να παλέψει
Πριν την ζωή του αυτός, αποφασίσει να ρισκάρει
Κάποιος χρειάζεται αυτόν ,καλά να εκπαιδεύσει
Αλλιώς ο χάρος ,από τους πρώτους θα τον πάρει


Δέκα κλαδιά παιδί μου ,δεν σπάει εύκολα  κανείς
Ένα κλαδάκι μοναχό ,κάνει μια έτσι και το σπάει
Τα ξέρεις όλα  και όλα μου λες πως τα μπορείς
Μα σαν έρθει το δύσκολο, αν είσαι μόνος σε  νικάει


Δειλά δειλά  προσεκτικά ,ανοίγουν τα πουλιά φτερά
Σοφά τα έχει ετούτα ,η φύση χρόνια δασκαλέψει
Το ξέρει το πουλί ,πως δεν γνωρίζει ακόμα να πετά
Πως δεν μπορεί σωστά , με τον αέρα να παλέψει


Όταν σου δίνω συμβουλές λοιπόν ,να μην με πολεμάς
Δεν σου μιλώ, έτσι για να μιλώ ,δεν θέλω να σε ελέγχω
Πρώτοι εμείς περάσαμε , αυτά που εσύ τώρα περνάς
Σε αυτά που εμείς πονέσαμε , να μην πονάς  προσέχω

Και χαίρομε που σ’ έχω.!!!!!!!!!!!!!!!


John Fenix

Η δεύτερη ευκαιρία



Ο Κώστας ήταν μαχητής ,σε όλη την ζωή του.
Πάλεψε ,αγωνίστηκε ,η νίκη ήταν μαζί του.
Όνομα έκανε τρανό ,στα πέρατα του κόσμου.
Μόνο να παίρνει ήξερε ,δώσμου και δώσμου.


Ποτέ δεν έδωσε αυτός ,σε άνθρωπο κανένα.
Αγάπη ,χρήμα, αισθήματα ,τα είχε φυλαγμένα.
Αυτό που ένοιαζε αυτόν ,ήτανε να μαζεύει.
Όλους τους άλλους γύρω του, να καταδυναστεύει.


Τι όμορφη που ήταν πάντα, για τον Κώστα η ζωή!!
Έτσι που σκέφτηκε , σαν ξύπνησε εκείνο το πρωί.
Κι όπως αυτά σκεπτότανε και στην δουλειά πηγαίνει.
Στον δρόμο φεύγει η ψυχή κι ο Κώστας μας πεθαίνει.

Σε μια πλατεία βρέθηκε ,κάπου ψηλά στον ουρανό.
Εκεί τον επερίμεναν ,ο διάβολος μαζί με τον Θεό.
Είσαι δικός μου σατανάς ,ο διάβολος του λέει.
Κανένας δεν σ’ αγάπησε, κανένας δεν σε κλαίει.


Όσοι κοντά σου βρέθηκαν ,σε εμένα έχεις στείλει.
Κανείς για σε δεν θα βρεθεί ,να ανάψει ένα καντήλι.
Για μένα δούλεψες στην γη και δούλεψες καλά.
Για αυτό και εγώ σου έστελνα ,συνέχεια λεφτά.

Σε εμένα πάντα χρεωμένη , η ψυχή  που έφερες εδώ.
Όπως και συ στην γη  έτσι και εγώ εδώ  , δεν αγαπώ.
Για να αποκτήσεις τα λεφτά ,κλάψαν πολλές μανάδες.
Τώρα θα κλαις και θα πονάς, με άλλους  σατανάδες.


Κοιτάει ο Κώστας τον Θεό ,που αμίλητος  στέκει εκεί.
Και όσα ο διάβολος του λέει ,με λύπη παρακολουθεί.
Ο φόβος τον κυρίευσε ,λαχτάρησε η αμαρτωλή ψυχή.
Ντροπή μεγάλη, για όσα ο διάβολος του καταμαρτυρεί.


Έλεγε κι άλλα ο διάβολος, ώρα πολύ ακόμα στην ψυχή.
Όλα κακά και άσχημα ,πονάει ο Κώστας να τα ξαναζεί.
Έλεος λέει του διάβολου, σταμάτα τώρα σε παρακαλώ.
Γιατί όλα αυτά που μου μιλάς ,νιώθω δεν τα έκανα εγώ.



Ξένα μου ακούγονται αυτά κι ας ξέρω είναι δικά μου.
Αν σατανάς σου είμαι εγώ, τότε γιατί πονώ βαθιά μου;
Με τα λεφτά με πλάνεψες και γνώση που δεν είχα.
Και την ζωή την έζησα ,όπως και εγώ την βρήκα.


Δεν χάρηκα με το κακό ,που έκανα στους άλλους.
Έτσι τα έμαθα και εγώ ,απ’ άλλους ποιο μεγάλους.
Δεν αγαπάω το κακό, ούτε αγάπησα την αμαρτία.
Για αυτό ζητάω απ’ τον Θεό, μια δεύτερη ευκαιρία.


Αφήστε με να κατεβώ ,να ξαναγεννηθώ και πάλι.
Με σεβασμό σας το ζητώ ,σκύβοντας το κεφάλι.
Για το κακό που έκανα στην γη , ναι, να τιμωρηθώ.
Με βάσανα και πίκρες ,απ’ το κακό να εξαγνισθώ.


Δεν είμαι εγώ κακιά ψυχή, πολύ το έχω μετανιώσει.
Εγώ δεν είμαι σατανάς, απλά μου έλειπε η γνώση.
Αφήστε με να ξαναγεννηθώ ,βάσανα να γνωρίσω.
Κι όταν βρεθούμε εδώ ξανά ,με τον θεό να ζήσω.


Ποτέ ο Θεός δεν μίλησε ,άκουγε, ποτέ δεν είπε κάτι.
Διάβολος και Θεός κοιτάχτηκαν και έκλεισαν το μάτι.
Την ίδια ώρα που στην γη ,γεννούσε μια Αραπίνα.
Ένα μαυράκι τόσο δα ,λαθραία ,κάπου στην Αθήνα.


Του Κώστα έχει την ματιά ,το χρώμα όμως μαύρο.
Μαύροι ,λευκοί και κίτρινοι στο ίδιο  το μουράγιο.
Στα χρώματα διαφέρουμε ,στον ίδιο πόνο κλαίμε.
Ένας ο ίδιος αρχηγός ,Θεός που  όλοι τον λέμε.


Για αυτό σεβάσου άνθρωπε ,τον μαύρο διπλανό σου.
Μπορεί στην άλλη σας  ζωή, να είναι ο αδελφός σου.
Δεν ξέρει χρώμα η ανθρώπινη ψυχή και είναι αμαρτία.
Δεν ξέρεις, αν ο Θεός και εσένα έδωσε ,μια δεύτερη ευκαιρία!!!

John Fenix

Δοκιμασία

 

Είναι στιγμές που το μυαλό νομίζει πως θα σπάσει
Σαν δοκιμάζεται σκληρά ,στα όρια του όταν φτάσει
Νιώθεις πως στην  κατάσταση είσαι παγιδευμένος
Και να ξεφύγεις δεν μπορείς είσαι αλυσοδεμένος

Να σε χτυπούν τα βάσανα το ένα μετά το άλλο
Και ενώ ζητάς βοήθεια ,σου έρχεται ποιο μεγάλο
Σου λένε κάνε υπομονή ,πως ο Θεός σε δοκιμάζει
Μα όλοι είναι μακριά σαν η ψυχή βοήθεια φωνάζει

Μόνος βιώνεις και περνάς την κάθε σου δοκιμασία
Και αν δεν αντέξεις τελικά για σένα μόνο έχει σημασία
Και ενώ όλοι οι γύρω σου σου λένε κάνε υπομονή
Αυτά που σου συμβαίνουνε πονάν και ποιο πολύ


Λένε όταν σε αγαπά ο Θεός σε τυραννά για το καλό σου
Έτσι ψηλά στρέφεις το βλέμμα σου ζητάς τον άγγελο σου
Όμως καμιά βοήθεια ποτέ από ψηλά δεν θα σε σώσει
Πρέπει η ψυχή  μες την φωτιά να μπει και να γλιτώσει


John Fenix

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Θεοί ανθρώπων…..Παίξτε μόνοι σας.




Θεοί ανθρώπων…..Παίξτε μόνοι σας.

Σε ένα παιχνίδι που κάποιοι Θεοί ονόμασαν ζωή, με έβαλαν να παίξω.
Δοκιμασίες να περνώ, ενώ οι Θεοί που με έβαλαν ,κοιτούν  απ’ έξω.
Σε ένα παιχνίδι που τους κανόνες και τους νόμους δεν γνωρίζω.
Μα ούτε και ξέρω στο παιχνίδι αυτό, πότε εγώ χάνω η κερδίζω.


Κανείς δεν ξέρει γιατί ζει, κανείς για τους κανόνες να μας δασκαλέψει.
Απ’ την αρχή απατεώνες και σοφοί ,για τα καλά μας έχουνε μπερδέψει.
Αιώνες τώρα ,αμέτρητους Θεούς ,που διαθέτει το παιχνίδι μας αυτό.
Για κάθε γούστο, χρώμα και φυλή κάποιος Θεός που λέει το σωστό.


Λάθος είναι ο άλλος ο Θεός, μόνος σωστός για τον καθένα ο Θεός του.
Σωστούς κανόνες της ζωής ,πιστεύει ότι δίδαξε μονάχα ο δικός  του.
Και παίζει στο παιχνίδι της ζωής, νομίζοντας πως ξέρει τους κανόνες.
Απατεώνες και σοφοί, νέους κανόνες και Θεούς παρουσιάζουν στους αιώνες.


Και στο παιχνίδι της ζωής ,κάθε Θεός κανονισμούς έχει δικούς του.
Έτσι θα παίξεις το παιχνίδι μου, κάθε Θεός να λέει στους πιστούς του.
Άλλος πολύ, άλλος λιγότερο και άλλος λιγάκι, κάποιον Θεό ακούμε.
Σε ένα παιχνίδι όλοι μαζί, να μάθουμε πως παίζεται, κάποιο Θεό ρωτούμε.


Αυτό που είναι για εσένα το σωστό, του αλλουνού ο Θεός το απαγορεύει.
Σε ένα που συμφωνούνε οι Θεοί ,κανείς δεν πρέπει την αλήθεια να γυρεύει.
Πώς να κερδίσω, όταν οι ίδιοι οι Θεοί ,για τους κανόνες της ζωής διαφωνούνε.
Προτού να παίξω θα ήθελα, να κάτσουν μεταξύ τους οι Θεοί και να τα βρούνε.


Εγώ αν ήμουνα Θεός και έναν κόσμο αν μπορούσα ,απ’ την αρχή να πλάσω.
Δεν θα έστηνα ένα τέτοιο σκηνικό ,λες και θα ήθελα με αυτό να διασκεδάσω.
Δεν θα έτρωγε ο λύκος το αρνί , δεν θα άφηνα ,με τρόμο η ζωή να το αφήσει.
Σε πλάσμα  που θα έδινα ζωή ,δεν θα άφηνα σαν άλλου την τροφή, να ζήσει.


Κανένα πλάσμα μου δεν θα άφηνα ,το αίσθημα της πείνας να γνωρίσει.
Για να υπάρχει και να ζει ,θα του έφτανε λίγο αέρα μόνο να μυρίσει.
Και αν… θα έφτιαχνα άνθρωπο , να ζήσει μες τον κόσμο που θα φτιάξω.
Απ’ την αρχή, τους νόμους και κανόνες της ζωής ,εγώ ο ίδιος θα  διδάξω.


Δεν θα άφηνα τον άνθρωπο ,πόνους και βάσανα ποτέ του να γνωρίσει.
Χαρά μόνο θα του έδινα ,το Δώρο της ζωής που θα του έκανα ,να ζήσει.
Δεν θα ήθελα ο άνθρωπος ,εμένα με τον φόβο και απειλές να αγαπήσει.
Ούτε θα χρειαζόταν για να ζει καλά, ότι με αγαπά ,να μου το αποδείξει.


Γιατί αν ήμουνα εγώ ο Θεός και έκανα σε κάποιον την ζωή του Δώρο.
Θα ένιωθα πολύ μικρός, εάν στο Δώρο που του έκανα, έβαζα κάποιον όρο
Θα έδινα αγάπη και χαρά, να ζει ,να χαίρεται, όλα όσα θα  του έχω χαρίσει.
Κι όχι να παίζει το παιχνίδι της ζωής ,χωρίς να ξέρει τι να κάνει να νικήσει.

Αιώνες τώρα που αρκετούς Θεούς , όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργήσει.
Άσπροι, μαύροι και κίτρινοι ,όλοι οι Θεοί τον άνθρωπο έχουν ταλαιπωρήσει.
Χωρίς κανόνες στο παιχνίδι της ζωής και διφορούμενοι, Θεοί οι λόγοι σας.
Εγώ από πιόνι στο παιχνίδι σας αποχωρώ. Θεοί ανθρώπων. Παίξτε μόνοι σας.


John Fenix



Δεν υπάρχει τίποτα το αιρετικό σε αυτό το ποίημα.  Στην συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζω από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία την κραυγή απόγνωσης του ανθρώπου από την στιγμή της δημιουργίας του, που καλείται να ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη χωρίς να ξέρει τον λόγο της δημιουργίας του, την ίδια στιγμή που από την κατασκευή του, όλο το είναι του είναι προγραμματισμένο, να  αναζητά αυτόν τον λόγο της ύπαρξης του.  Η μια θρησκεία λέει αυτό, οι παρά  θρησκείες λένε άλλα, το κάρμα λέει άλλο, τα ζώδια λένε άλλα, οι φιλόσοφοι λένε άλλα, ο ένας Θεός λέει αυτό κι ο άλλος λέει άλλο. Στην ανασφάλεια του αυτή ,από τον Θεό Ήλιο που πίστευαν οι πρωτόγονοι έως σήμερα ,η ανάγκη του να αισθάνεται ότι κάτι ισχυρότερο από αυτόν, τον προστατεύει ,έχει δημιουργήσει άπειρους Θεούς σε όλο τον κόσμο και άπειρους απατεώνες ιερείς που θησαύρισαν και θησαυρίζουν από την εκμετάλλευση αυτών των Θεών. Μήπως θα ήταν καλύτερα ; μήπως έφτασε η ώρα; ο δημιουργός αυτής της ζωής να φανερώσει ο ίδιος την αλήθεια στους ανθρώπους ; Και να τους
ελευθερώσει……..