Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Η αδελφή ψυχή





Στο τόπο που μαζεύονται τα βράδια οι ψυχές
Ταξίδεψε η ψυχή μου μόνη  της ,πάλι εχτές
Ψυχές που αγαπώ ,ψυχές που τις φοβάμαι
Όλες το βράδυ οι ψυχές στον ίδιο τόπο πάμε

Τα βράδια οι ψυχές ,όλες μαζί που τραγουδάνε
Τον πόνο όλες της ζωής ,θέλουνε να ξεχνάνε
Μα η δική μου η ψυχή, μαζί τους δεν κολλάει
Κάθεται κάπου απόμερα, μόνη της και πονάει


Ούτε τα βράδια που γλεντάνε όλες οι ψυχές
Δεν το μπορεί η δικιά μου να ζήσει τις χαρές
Αιώνες τώρα η ψυχή μου ,που πονά για αυτή
Αιώνες που ζητά  να βρει ,την αδελφή ψυχή!!!

John Fenix


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

John Fenix: Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

John Fenix: Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ Γλυκιά αγάπη την κα...

Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

                                            
                                               Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Γλυκιά αγάπη την καρδιά ,πόσο όμορφα αγγίζει
Κάθε ανθρώπου η ψυχή ,να αγαπηθεί πασχίζει
Είναι οι μέρες μαγικές ,αυτές των Χριστουγέννων
Αγγίζουν κάθε άνθρωπο ,με τα ψηλά δεμένον


Είναι η αγάπη ένα κλειδί ,το σύμπαν ξεκλειδώνει
Η δύναμη της άπειρη ,και τον ληστή τον σώνει
Η αγάπη είναι το φάρμακο αν κάποιος θέλει να σωθεί
Μεγάλη η αξία της αν και γεννήθηκε  σε μιά φάτνη φτωχή

John Fenix

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Κάθε αχτίδα από φως



Κάθε αχτίδα από φως

Κάθε αχτίδα από φως αλλιώτικα τον κόσμο βλέπει
Για αυτά που η ίδια  γνώρισε για να μιλάει πρέπει
Αν το ταξίδι της στο φως στην θάλασσα τελειώνει
Ποτέ δεν είδε του αγρού το χόρτο που φυτρώνει


Αφού δεν είδε πώς να πει, πως για χορτάρι να μιλήσει
Γιατί αν το κάνει ,η αχτίδα του αγρού θα την ρωτήσει
Αφού δεν είδες τι μιλάς , τι ξέρεις από αγρούς και χώμα
Στην θάλασσα που βρέθηκες δεν είδες χόρτου χρώμα

Έτσι λοιπόν και στην ζωή, ο κάθε άνθρωπος μια αχτίδα
Έτσι λοιπόν και εγώ με σιγουριά μιλώ μόνο για ότι είδα
Κάθε αχτίδα από φως ελάχιστα μικρή έχει την γνώση
Και μόνο ο Θεός μπορεί όλες του τις αχτίδες  να ενώσει

John Fenix


Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Τα νούμερα






Δυο νούμερα περπάταγαν στην μέση της πλατείας.
Το νούμερο τριάντα δυό και ο αριθμός εννιά.
Μια ζητιάνα έστεκε σαν άγαλμα της δυστυχίας.
Με κλάματα λίγο ψωμί ,τα νούμερα παρακαλά.

Δεν έχω λεφτά για πέταμα ,λέει το τριάντα δύο.
Να πας να βρεις μια δουλειά, με αγένεια το εννιά
Και βιαστικά πάνε οι δυό , στο αρωματοπωλείο.
Που ήταν το ακριβότερο ,σ’ όλη την γειτονιά.


Παίρνουν αέρα ακριβό, μέσα σε μπουκαλάκια.
Αέρα που μοσχοβολά σαν τον ελευθερώσεις.
Έδωσαν ένα σωρό λεφτά και βγαίνουν με γελάκια.
Τέτοια χαρά ζητιάνα μου ,εσύ δεν θα την νιώσεις.


Μα όπως περνούν απέναντι ,αμάξι τα χτυπάει.
Και τα δυό νούμερα μαζί ,πεσμένα κάτω τώρα.
Το τριάντα δυό νεκρό και το εννέα σπαρταράει.
Και δίπλα σκόρπια ένα σωρό ,τα ακριβά τα δώρα.


Πρώτη κοντά τους έφτασε η ταπεινή ζητιάνα.
Σαν άνθρωπος σε νούμερα, να συμπαρασταθεί.
Τριάντα δυό χρονών ήτανε, η σκοτωμένη μάνα.
Εννιά χρονών η κόρη της και πάει να την βρει.

Πόσο λάθος το έζησαν ,το τέλος τους, κόρη και μάνα.
Ο τρόπος που τα σκέφθηκαν , δεν ήτανε ο σωστός.
Λεφτά υπήρχαν αρκετά, να δώσουν στην ζητιάνα.
Μα ο χρόνος τους σαν νούμερα ,ήτανε λιγοστός!!!!!



John Fenix

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Λες.



Λες.

Λες πως δεν φοβάσαι το ταξίδι του Οδυσσέα
Μίτο Αριάδνης έπλεξες ,με αφρισμένα κύματα  
Είναι εύκολο στην θάλασσα, τον γυρισμό να βρεις


Λες με δράκους των παραμυθιών ,ότι πετάς παρέα
Δεν κινδυνεύεις απ’ των φτερών τους τα χτυπήματα
Γιατί το αθάνατο νερό ,στα παραμύθια τους θα πιεις


Λες απ’ την Χιονάτη σίγουρα, θα ήσουν  ποιο ωραία
Δεν θα είχες νάνους μόνο εφτά ,να κάνουν τα θελήματα
Μα κάθε αρσενικό , αν τύχαινε στο παραμύθι της να μπεις


Λες όλα όμορφα κι όλα ωραία , μα ζεις  ζωή μοιραία
Στα παραμύθια οι ανάγκες σου ,άλλων είναι προβλήματα
Και την αλήθεια της ζωής ,με πείσμα αρνείσαι  να την δεις  


Λες και θαρρείς ,ότι θα είσαι  πάντα όμορφη και νέα
Βαφτίζεις όσους σε αγαπούν ,τους ονομάζεις θύματα  
Στο τέλος όμως, στην αληθινή ζωή ,μόνη σου θα βρεθείς


John Fenix

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Την χρειάζομαι



Την χρειάζομαι

Για μια γυναίκα απόψε ,φίλε  κλαίω
Κι ας είμαι άντρας δυνατός ,φίλε το λέω
Με τσακισμένη την καρδιά πονάω
Μου λείπει αυτή, που ακόμα αγαπάω


Ρεφρέν
Την χρειάζομαι ρε φίλε ,την χρειάζομαι
Και αν μπροστά σου κλαίω ,ούτε που νοιάζομαι
Της απουσίας της ο πόνος ,έναν άντρα καίει
Ένας άντρας φίλε απόψε, από αγάπη κλαίει


Η απουσία της απόψε φίλε , με πονάει
Αυτή η γυναίκα ,στο αίμα μου κυλάει
Αυτή η γυναίκα ,ήτανε όλη μου η ζωή
Ζωή δεν έχω φίλε ,τώρα που έφυγε αυτή


Ρεφρέν
Την χρειάζομαι ρε φίλε ,την χρειάζομαι
Και αν μπροστά σου κλαίω, ούτε που νοιάζομαι
Της απουσίας της ο πόνος, έναν άντρα καίει
Ένας άντρας φίλε απόψε, από αγάπη κλαίει


John Fenix  

John Fenix: Σε μια αχτίδα από φως

John Fenix: Σε μια αχτίδα από φως: Σε μια αχτίδα από φως Κοιτάω ψηλά στο άπειρο του ουρανού Και έμπνευση σήμερα να βρω γυρεύω Πιάνω μια αχτίδα απο φως του πρωινού και μ...

Σε μια αχτίδα από φως



Σε μια αχτίδα από φως

Κοιτάω ψηλά στο άπειρο του ουρανού
Και έμπνευση σήμερα να βρω γυρεύω
Πιάνω μια αχτίδα απο φως του πρωινού
και με την φαντασία μου μαζί της ταξιδεύω

Οι στάλες της δροσιάς του πρωινού
Από ψηλά υπέροχα διαμάντια μοιάζουν
Πρωινό παιχνίδισμα ενός ξενύχτη νου
Σε αυτές να βρω την έμπνευση προστάζουν

Μα όσα κοιτώ από ψηλά ,όλα με εμπνέουν
Ωκεανοί και θάλασσες μοιάζουνε να μιλούν
Βουνά γεμάτα πράσινο νομίζεις αναπνέουν
Πουλιά κοπάδια να πετούν θαρρείς ότι γελούν

Πάνω σε μια αχτίδα φως εγώ ακόμα ταξιδεύω
Κάτι ζητώ ποιο όμορφο για έμπνευση να βρω
Να γράψω κάτι δυνατό κάτι υπέροχο σκοπεύω
Ζητώ κάτι το τέλειο εγώ από ψηλά να δω

Ψάχνω για ώρες αρκετές κι όλα ωραία δείχνουν
Οι ανθισμένες πασχαλιές μοιάζουνε μαγικό χαλί
Τα σύννεφα στην γη μια πινελιά ζωγράφου δίνουν
Τα κύματα της θάλασσας χιλιάδες πρόβατα μαζί

Ο ήλιος μου στέλνει μήνυμα σε λίγο πως θα δύσει
Και η αχτίδα που μαζί της ταξιδεύω θα χαθεί
Ακόμα όμως για έμπνευση δεν έχω αποφασίσει
Για ποιο από όλα σήμερα ποίημα θα γραφτεί

Ώσπου ένα παράθυρο κάτω στην γη ανοίγει
Και όλο το φως του ήλιου στριμώχνεται να μπει
Ένα δωμάτιο ξαφνικά το φως του ήλιου πνίγει
Εκεί και η δικιά μου η αχτίδα από φως με οδηγεί

Και βλέπω εσένα αγάπη μου , αχτίδα της ζωής μου
Σαν μια Θεά σε πίνακα ζωγραφικής, από Θεό ζωγράφο
Και έγινες τότε μονομιάς μούσα της έμπνευσης μου
Για σήμερα ,για αύριο ,για πάντοτε για σε θα γράφω



John Fenix

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Ένας πλανήτης μια φυλακή.



Ένας πλανήτης μια φυλακή.

Ποιος να’ ναι ο λόγος ,που υπάρχουμε εδώ, σ’ αυτό το άστρο.
Άσπροι ,μαύροι και κίτρινοι ,όλοι χτυπιόμαστε στο καναβάτσο.
Όλοι μακριά απ’ τον Θεό ,μακριά από του σύμπαντος την γνώση.
Να ζούμε ,να αγαπάμε , να σκοτώνουμε ,να έχουμε άγνοια τόση.

Παγιδευμένα τόσα σώματα ,σε τούτον τον πλανήτη να πονάνε.
Μόνο οι ψυχές ελεύθερες πετούν και σ’ άλλους κόσμους πάνε.
Παγιδευμένα τα μυαλά ,στου ελάχιστου την γνώση λειτουργούνε.
Ψάχνουν κάποια διέξοδο, αιώνες τώρα που την γνώση αναζητούνε.


Σαν μια κυψέλη χωρίς βασίλισσα, με ζαλισμένες μέλισσες γεμάτη.
Ο ένας τον άλλον να πατά ,τσιμπάμε και τσιμπιόμαστε στην μάχη .
Όλοι μας να πιστεύουμε ότι στο σύμπαν είμαστε τάχα εμείς οι μόνοι.
Και όχι  ότι η άγνοια, τα μάτια μας και τα μυαλά, σκληρά θαμπώνει.


Ψάχνει να βρει ο άνθρωπος, τρόπους στο σύμπαν για να ταξιδεύει.
Ενώ για άλλους κόσμους με ζωή, κανένας ζωντανός δεν δραπετεύει.
Ένας πλανήτης μια φυλακή κι όλοι εμείς για πάντα εδώ φυλακισμένοι.
Η στέρηση της γνώσης η ποινή ,του σύμπαντος εμείς οι εξορισμένοι.

John Fenix

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

John Fenix: Δραπέτες της ζωής.

John Fenix: Δραπέτες της ζωής.: Δραπέτες της ζωής Βαριά τα βήματα απόψε πάλι με οδηγούν Θα ναι απέραστο και τούτο δω το βράδυ Σε γειτονιές που δεν γνωρίζουν ν’ αγαπούν...

Δραπέτες της ζωής.


Δραπέτες της ζωής


Βαριά τα βήματα απόψε πάλι με οδηγούν
Θα ναι απέραστο και τούτο δω το βράδυ
Σε γειτονιές που δεν γνωρίζουν ν’ αγαπούν
Που δεν εδώσανε ποτέ και δεν επήραν χάδι


Κορμιά βλέπω σπαρμένα δεξιά και αριστερά
Λες και γλίστρησαν από του κόσμου την παλάμη
Ξέφυγε απ’ τα χέρια τους η ελπίδα για χαρά
Πεθαίνουν από όπλο χωρίς σφαίρα στην θαλάμη


Μάτια χαμένα σε ένα απέραντο απατηλό κενό
Κοιτούνε μα δεν βλέπουνε ,ακούν μα δεν ακούνε
Κομμάτια γίνεται η ψυχή ,δίπλα τους σαν περνώ
Ζωές χαμένες ,κορμιά που ζούνε μα δεν ζούνε


Συχνά φέρνω τα βήματα στα στέκια αυτά
Τις ψευδαισθήσεις πως θα γίνει, να τονώσω
Μια κάποια ελπίδα πως θα υπάρχει τελικά
Κάποια ψυχή που θα ζητούσε να την σώσω


John Fenix

John Fenix: Το καλό και το κακό. Η τελική μάχη.

John Fenix: Το καλό και το κακό. Η τελική μάχη.: Το καλό και το κακό. Η τελική μάχη Τι να είναι άραγε αυτό που λεν καλό και τι είναι το κακό; Σε αυτά τα ερωτήματα ,χρόνια πολλά , απάντησ...

Το καλό και το κακό. Η τελική μάχη.

Το καλό και το κακό. Η τελική μάχη

Τι να είναι άραγε αυτό που λεν καλό και τι είναι το κακό;
Σε αυτά τα ερωτήματα ,χρόνια πολλά , απάντηση ζητάω
Στου κάθε ανθρώπου την ζωή ,έχουνε δρόμο και τα δυό
Μου είναι όμως ποιο εύκολο, στον δρόμο τον καλό να πάω

Ο δρόμος του καλού και ο δρόμος που βαδίζουν οι κακοί
Όλοι σε τούτη την ζωή, αιώνες τώρα μεταξύ μας πολεμάμε
Αόρατες δυνάμεις συμμετέχουνε, με έπαθλο τους μιά ψυχή
Μας εχωρίσανε λες κι όλοι μαζί στον ίδιο τόπο δεν χωράμε


Σε αόρατα πεδία αιώνες τώρα, μάχες που δίνονται πολλές
Άλλες κερδίζει το κακό και άλλοτε οι λίγοι οι καλοί νικάνε
Με το καλό και το κακό, να έχουνε πάντα άλυτες διαφορές
Έτσι μας μάθαν στα βιβλία κι ότι ποτέ δεν πρέπει να ρωτάμε

Λεν στα βιβλία οι σοφοί ,όλους το ίδιο μας έφτιαξε ο θεός
Σε κάθε έναν από εμάς ,κάποια φωνή που μέσα του μιλάει
Μέρα και νύχτα ,σοφά και δίκαια μας συμβουλεύει διαρκώς
Και κάπου μέσα στο μυαλό, ΚΑΤΙ την δέχεται η την πολεμάει


Αυτό το ΚΑΤΙ ,ένα άγνωστο σημείο στο ανθρώπινο μυαλό
Είναι υπεύθυνο αν την φωνή Θεού, ο άνθρωπος θα αγαπήσει
Εάν αδιάφορος θα μείνει σε αυτήν ,πάει στον δρόμο τον κακό
Μα αν ακούσει σαν μιλά ,στον δρόμο τον καλό θα περπατήσει

Αιώνες που ζυγίζονται αόρατα , πράξεις καλές ,πράξεις κακές
Αιώνες που παλεύει το καλό με το κακό, ποιο τάχα θα κερδίσει
Σε ζυγαριά αόρατη, αιώνες τώρα που ζυγίζονται όλων μας οι ψυχές
Η κάθε μια πηγαίνει ,όπου τελειώνει ο δρόμος που έχει ακολουθήσει


Αυτός όμως ο πόλεμος ,αιώνες που ανθρώπινες ψυχές παιδεύει
Σε μια μεγάλη μάχη τελική , σύντομα στο τέλος του θα φτάσει
Και το καλό και το κακό ,αιώνες τώρα που πολεμιστές διαλέγει
Μα είναι γραμμένο στα ψηλά ,ότι την μάχη το κακό θα χάσει


Όλα ετούτα σκέπτομαι ,όταν στις σκέψεις μου θα είμαι μοναχός
Αυτό το ΚΑΤΙ να ελέγξω, μην είμαι εγώ που θα έχω την ευθύνη
Μην είμαι εγώ που τελικά διαλέξουνε , ένας πολεμιστής καλός
Αφού όπως λένε οι σοφοί
ο μέγας τελικός, η μάχη των μαχών, μέσα σε μόνο μια ψυχή θα γίνει!!!!



John Fenix



John Fenix: Θέμα οπτικής γωνίας.

John Fenix: Θέμα οπτικής γωνίας.: Θέμα οπτικής γωνίας. Έχουμε έναν κύβο που η κάθε πλευρά του έχει και άλλο χρώμα. Τον ακουμπάμε σε ένα τραπέζι και απέναντι από την κάθε το...

John Fenix: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ!!!!! {Μια φανταστική ιστορία}...

John Fenix: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ!!!!! {Μια φανταστική ιστορία}...: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ!!!!! {Μια φανταστική ιστορία} Όταν κάποιος είναι μόνος του, όλα είναι εύκολα για αυτόν. Κάνει ότι του αρέσει, δεν δ...

John Fenix: Τα βράδια ισορροπούνε οι ψυχές

John Fenix: Τα βράδια ισορροπούνε οι ψυχές: Τα βράδια ισορροπούνε οι ψυχές Εκεί που ψέμα και αλήθεια, ζούσανε πάντοτε μαζί Εκεί ταξίδεψε, πάλι και απόψε η ψυχή μου Μαζί το ψέμα και...

John Fenix: Αθάνατα παιδιά

John Fenix: Αθάνατα παιδιά: Παιδί μου. Έχει η ζωή πολλές χαρές μα πιο πολλές οι λύπες λίγες που μείνανε αρετές να λες ότι εβρήκες. Έχει φουρτούνες η ζωή μ' αξίζ...

John Fenix: Αν είχα μόνο μια ευχή!!!!!!!!!!!!

John Fenix: Αν είχα μόνο μια ευχή!!!!!!!!!!!!:  ΑΝ ΕΙΧΑ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΕΥΧΗ Κάθισα μόνος μου στην πέρα ακρογιαλιά Το πέλαγος μπροστά μου να ατενίζω Μες το μυαλό μου έφερνα μορφές απ’τα πα...

John Fenix: Η Παναγιά και ο ληστής.

John Fenix: Η Παναγιά και ο ληστής.: Η Παναγιά και ο ληστής. Στα χρόνια τα παλιά, στα δύσκολα στα μέρη ετούτα και άγονα ,υπήρχε ένας ληστής. Τον φώναζαν Δράκο. Πολλές οι ιστ...

John Fenix: Σ’ΕΒΑΛΑ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΖΥΓΑΡΙΑ

John Fenix: Σ’ΕΒΑΛΑ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΖΥΓΑΡΙΑ: Μια μέρα σ’εβαλα ζωή στην ζυγαριά Και δεν κουνήθηκε η βελόνα ούτε λίγο Δεν είχες βάρος ,δεν είχες τύχη και χαρά Ούτε ελπίδα πως θα άλλαζ...

John Fenix: Γεννήθηκα αλλιώς.! Γεννήθηκα επαναστάτης.!!

John Fenix: Γεννήθηκα αλλιώς.! Γεννήθηκα επαναστάτης.!!: Γεννήθηκα αλλιώς.! Γεννήθηκα επαναστάτης.!! Μα δεν εβρήκα αρχηγό να τον ακολουθήσω. Κι έγινα ο ίδιος αρχηγός κι ο εαυτός μου, οπαδός μο...

John Fenix: Κανείς δεν τα βάζει με τους Έλληνες!!!!!!!!

John Fenix: Κανείς δεν τα βάζει με τους Έλληνες!!!!!!!!: Κανείς δεν τα βάζει με τους Έλληνες!!!!!!!! Κι έφτιαξε ο Θεός τον άνθρωπο.!! Και είπε: Αυτό είναι το ποιο τέλειο από τα δημιουργήματα μου...

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Κανείς δεν τα βάζει με τους Έλληνες!!!!!!!!

Κανείς δεν τα βάζει με τους Έλληνες!!!!!!!!


Κι έφτιαξε ο Θεός τον άνθρωπο.!! Και είπε: Αυτό είναι το ποιο τέλειο από τα δημιουργήματα μου. Και έβαλε μέσα στον άνθρωπο ένα κομμάτι από τον ίδιο και αυτό το κομμάτι το ονόμασε ψυχή.
Αυτό ήταν αρκετό για να τρελάνει τον διάβολο από ζήλια και να μισήσει τον άνθρωπο περισσότερο από όλα τα άλλα δημιουργήματα του Θεού. Και είπε στον εαυτό του ο διάβολος. Θα καταστρέψω τον άνθρωπο και θα φτιάξω και εγώ κάτι.
Χωρίς την χάρη του Θεού όμως, αυτό που κατάφερε να φτιάξει ήταν διαόλια και τριβόλια. Κι από εμφάνιση; Σκατά, σαν τα μούτρα του.!!!
Και τα πηρε στο κρανίο ο διάβολος ακόμα περισσότερο. Και ακόμα περισσότερο μίσησε τον άνθρωπο.
Και έστειλε τα παιδιά του μακριά για να μην τα βλέπει και τον πονάνε. Τα έστειλε στην γιαγιά τους. Στου διαόλου την μάνα δηλαδή.
Και μετά έκανε μια διαβολική σκέψη. Για στάσου λίγο. Αφού ο Θεός έβαλε μέσα στον άνθρωπο κομμάτι από τον ίδιο και το ονόμασε ψυχή, αυτό σημαίνει ότι αν
αρχίσω να μαζεύω μια μια τις ψυχές των ανθρώπων, σιγά σιγά θα καταφέρω να πάρω όλη την ψυχή του Θεού και να γίνω εγώ Θεός να κυβερνάω. Ωραία σκέψη!!!
Του άρεσε πολύ. Που να την κρύψω την σκέψη μου όμως ,να μην μου την πάρει κανείς; {Εκείνη την εποχή δεν κατοχυρώνανε τις σκέψεις}
Και βγάζει λοιπόν την κάλτσα του και βάζει μέσα την σκέψη.{Γι αυτό και όσοι είναι πονηροί και καταφερτζήδες τους λένε διαόλου κάλτσα.. Επειδή έκρυψε εκεί κάτι έξυπνο}Βέβαια ο Θεός τα είδε και τα άκουσε όλα, όσα ο διάβολος σκέφτηκε και έκανε.. Τον φωνάζει λοιπόν ο Θεός τον διάβολο σε ακρόαση, πάει και ο διάβολος όλο γλύκες και τσαλιμάκια στον Θεό να δει τι τον θέλει.
Ω!! μεγάλε δημιουργέ των πάντων .Ω!!! μέγιστε των μεγίστων. Ω!!!!
Οχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ. Δεν πρόλαβε να πει άλλο τίποτα και τρώει ένα σφονδυλη που ήταν όλο δικό του. Εικοσιπέντε αιώνες γύρναγε γύρω από τον εαυτό του.{Γι αυτό και το μακρόσυρτο Οχ και από κει βγήκε το ,είδε τον ουρανό σφονδυλη. Μεταξύ μας ,ιδέα δεν έχω τι είναι το σφονδυλη. Το έβαλα απλά για να μου βγει στο κείμενο το ,ο ουρανός σφονδυλη}
Όταν με τα πολλά σταμάτησε να γυρνάει ,του λέει ο Θεός. Βρε ρεμάλι της ουράνιας κοινωνίας, με μένανε πας να τα βάλεις; Λοιπόν άκου τι θα κάνουμε, αφού περνιέσαι για τόσο έξυπνος. Θα σε αφήσω να πειράξεις τους ανθρώπους, μόνο και μόνο για να σου αποδείξω ότι είσαι άχρηστος και ότι δεν μπορείς να τους κάνεις κακό.
Θα κάνω εγώ κάτι καλό για τους ανθρώπους και εσύ θα πρέπει να κάνεις κάτι που θα νικάει αυτό που έκανα εγώ. Και να δούμε στο τέλος ποιος θα νικήσει. Εντάξει;
Εντάξει λέει ο διάβολος. Και βγάζει από την τσέπη του ένα ουράνιο γιάντες και το προτείνει στον Θεό. Έλα να το κάνουμε επίσημο.
Τι είναι αυτό; Λέει ο Θεός;
Γιάντες. Λέει ο διάβολος. Το παίρνει ο θεός, το κοιτάει καλά καλά και όταν καταλαβαίνει ότι είναι κόκαλο από κοτόπουλο λέει στο Γιάντες. Αει στο διάολο .Και δίνει μια και καρφώνει το γιάντες στο κεφάλι του διαβόλου.{Κι έτσι, μετά από αυτό απέκτησε κέρατα ο διάβολος} Με τα πολλά το στοίχημα μπήκε. Αν έχανε ο Θεός θα έχανε τους ανθρώπους και αν έχανε ο διάβολος , θα γινότανε πόρνη για δέκα ζωές στις μπουρδελοβιτρίνες του Άμστερνταμ στην Ολλανδία.!!!
Κι αρχίζει ο αγώνας.
Κάνει έτσι ο Θεός και φτιάχνει ένα περιστέρι. Το σύμβολο της ειρήνης.
Κάνει έτσι ο διάβολος φτιάχνει ένα ντουφέκι ,πυροβολεί ,πάει το περιστέρι.
Κάνει έτσι ο Θεός και φτιάχνει νόμους για να τιμωρείτε όποιος σκοτώσει περιστέρι.
Κάνει έτσι ο διάβολος φτιάχνει αστυνόμους, για να τα παίρνουν απ’ αυτούς που πυροβόλησαν και να μην τους κάνουν τίποτα.
Κάνει έτσι ο Θεός και φτιάχνει δικαστές ,για να δικάζουν τους αστυνόμους και όσους δεν τηρούν τους νόμους.
Κάνει έτσι ο διάβολος και φτιάχνει δικηγόρους, για να ξεγελούν τους δικαστές {από κει βγήκε και ο δικηγόρος του διαβόλου}και να μην πηγαίνουν φυλακή οι κακοί.
Βλέπει ο Θεός ότι παραγίνονται σοβαρά τα πράγματα και στέλνει το παιδί του να μας ψιθυρίσει πέντε γράμματα ,μπας και συνέλθουμε. Και τον κάνει θρησκεία.
Κάνει κι ο διάβολος τα κόλπα του και φτιάχνει τους παπάδες για να υπηρετούν την θρησκεία.
Πρέπει να σώσω τουλάχιστον ένα κομμάτι λέει ο Θεός, που βλέπει ότι το παιχνίδι πάει να χαθεί. και φτιάχνει την Ελλάδα.
Ωραία λέει ο διάβολος. Κάποιοι πρέπει να μένουνε εδώ. Και φτιάχνει τους Έλληνες.
{Από κει άρχισαν να λένε ότι οι Έλληνες είναι διαβόλου κάλτσα}
Κάνει έτσι ο Θεός και φτιάχνει πολλές εκκλησίες για να πηγαίνουν εκεί οι άνθρωποι και να μην ακολουθούν τον διάβολο.
Κάνει έτσι ο διάβολος και βάζει όλους τους Έλληνες να χαλάσουν το σχέδιο του Θεού. Έτσι όποιον έβρισκαν μπροστά τους του έλεγαν Αει στο διάολο και αει στο διάολο για να μην πηγαίνουν στην Εκκλησία και να πηγαίνουν σε αυτόν.
Σκέπτεται λοιπόν ο Θεός. Τι γίνεται εδώ; Ότι κάνω εγώ, αυτός κάνει κάτι που το καταργεί και στο τέλος θα με νικήσει. Πρέπει να χρησιμοποιήσω την δική του στρατηγική και πονηριά εναντίον του. Πρέπει να τον χτυπήσω με τα ίδια του τα όπλα.
Κάνει έτσι ο Θεός και δανείζονται απίστευτα λεφτά όλοι οι Έλληνες.
Κάνει έτσι ο διάβολος και βάζει τους δικούς του να ζητήσουν τα λεφτά από τους Έλληνες.
Κάνουν τώρα έτσι, όλοι μαζί οι Έλληνες και με τα δυο τους χέρια προς τα κάτω λέγοντας στον διάολο και στους κολλητούς του.
Να!!!! Ρε μαλάκες. Θα πάρετε τα αντίδια μας. Ο Θεός μας τα έστειλε εμάς.
Και δεν έδωσαν μια πίσω. !!!!!!!!!!!!!!!!!!
Κι ο διάβολος έχασε το στοίχημα.
Όλη αυτήν την ιστορία την είπα, για να ξέρει κανείς ,ότι η ανθρωπότητα σώθηκε από την κυριαρχία του διαβόλου ,εξ’ αιτίας των Ελλήνων{ Τα ακούς Λιακοπουλε; Ετοίμαζε βιβλίο} και ότι αν ποτέ βρεθεί στην Ολλανδία και μπει σε καμία βιτρίνα και πάρει καμία διάολο γκόμενα που του πετάξει τα μάτια έξω, ενώ ψιλό κοκκινίζουνε τα δικά της μάτια ,να ξέρει πως το πήδημα αυτό το χρωστάει στους Έλληνες. Αυτό μόνο. Έτσι. Σεμνά και ταπεινά σώσαμε τον κόσμο.
Όλα κι όλα. Η αλήθεια να λέγεται. Κανείς δεν τα βάζει με τους Έλληνες ,κουφάλες!! Ευχαρίστως να δανειστούμε. Κι αυτά και άλλα τόσα. Αλλά όχι και να μας πείτε να τα γυρίσουμε και πίσω. Αυτό δεν το θέλει ούτε ο Θεός.!!!!!
Αλλιώς θα είχε κερδίσει ο διάολος.!!




John Fenix


Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Η Παναγιά και ο ληστής.

Η Παναγιά και ο ληστής.


Στα χρόνια τα παλιά, στα δύσκολα στα μέρη ετούτα και άγονα ,υπήρχε ένας ληστής. Τον φώναζαν Δράκο. Πολλές οι ιστορίες που έχουν ειπωθεί για αυτόν στα τόσα χρόνια. Λέγανε ήταν τρομερός στην όψη ,με μαύρα μακριά μαλλιά και γένια και με μια δυνατή φωνή που έσκιαζε και σκύλο.
Χρόνια ολάκερα αυτός και οι άντρες του ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην περιοχή μας. Πράγμα παράξενο όμως , το έχουν και το λένε ακόμα, δεν έβλαψε ποτέ φτωχό κι ανήμπορο. Τους πλούσιους ταλαιπωρούσε μόνο.
Είχαν να λένε όσοι τον ήξεραν, ότι η καρδιά του είχε δυο όψεις. Εκεί που ήτανε θεριό ανήμερο και σκόρπαγε φόβο και τρόμο σε όποιον βρισκότανε εμπρός του ,εκεί στα ξαφνικά μπορούσε να κλάψει στην θέα ενός παγιδευμένου και ανήμπορου ζώου που είχε πιαστεί σε κάποια παγίδα και έσκιζε τις σάρκες του στην προσπάθεια του να ελευθερωθεί. Δεν του άρεσε να βλέπει πονεμένες ψυχές .Δεν το μπορούσε.
Μυστήριο μεγάλο η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Μόνο ο θεός ξέρει πραγματικά από τι υλικό είναι φτιαγμένη.!!
Κάποια μέρα λοιπόν, όπως μας λέει η ιστορία μας , ο Δράκος με τα παλικάρια του μπήκαν κρυφά στο σπίτι του Μαμαλη του Μεγάλου Τσιφλικά και άρπαξαν από το σεντούκι του χρυσά και χρήματα. Όλοι ήταν στα χωράφια και κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Ποιος να περίμενε εξάλλου μέρα μεσημέρι ότι θα πάθαιναν τέτοιο κακό. Φεύγοντας όμως τους κατάλαβαν τα σκυλιά και άρχισαν να φωνάζουν, τα σκυλιά τα άκουσαν κάτι υπηρέτριες και σε λίγο ένα ολόκληρο απόσπασμα από τους ανθρώπους του Μαμαλη ξεχύθηκε στο κατόπι τους. Βέβαια ο Δράκος με τα παλικάρια του είχαν το προβάδισμα και θα γλίτωναν σίγουρα αν…..
Καθώς τρέχανε με τα άλογα είδαν στο αλώνι του Μαμαλη λίγο παρακάτω μια γριούλα κουλουριασμένη και μερικά παιδιά του χωριού να την κοροϊδεύουν και να της πετούν πέτρες.
Τραβάτε εσείς. Λέει στους άντρες του. Και έρχομαι και εγώ σε λίγο.
Τι κάνεις καπετάνιε ; Τρελάθηκες ; Αποκρίνονται αυτοί. Έλα να φύγουμε γρήγορα. Θα σε πιάσουνε.
Τραβάτε ορέ ,σας είπα. Έρχομαι.
Φύγανε κι αυτοί. Άλλο που δεν θέλανε, τόσοι που τους κυνηγούσαν και ο Δράκος έτρεξε αμέσως στο αλώνι και στην γριούλα.
Τι κάνετε εδώ ρε χαϊβάνια ; Τι σας έκανε ρε μούλικα η γιαγιά και την χτυπάτε ;
Κατουρήθηκαν από το φόβο τους τα παιδιά και λάκισαν κατά το χωριό φωνάζοντας.
Ο Δράκος. Ο Δράκος.
Αυτός δεν έδωσε σημασία. Κατέβηκε από το άλογο και έπιασε αμέσως την γριούλα να την συνεφέρει. Της σκούπιζε το πρόσωπο από τα αίματα και της χάιδευε τα μαλλιά με αγάπη και πόνο. Σχορατα γιαγιακα. Σχορατα. Δεν φταίνε αυτά. Οι πατεράδες τους τα έκαναν έτσι.. Μικρά είναι. Σχορατα.
Γύρισε η γριούλα και τον κοίταξε στα μάτια. Να ‘χεις την ευχή μου παιδί μου.
Να’ χεις την ευχή μου. Την κοίταξε κι αυτός στα μάτια και η ψυχή του σπαρτάρισε με μιας. Χάθηκε μέσα στα μάτια της.
Όλη η αγάπη και ο πόνος του κόσμου ήτανε μέσα σε αυτά τα δυο μάτια που κοίταγε μπροστά του. Και έμεινε εκεί σαν χαμένος κρατώντας την γριούλα να την κοιτά στα μάτια …..ενώ από τα δικά του μάτια άρχισαν να κυλούν ποτάμια τα δάκρυα.
Ο Δράκος ,!! ο φόβος και ο τρόμος του τόπου όλου ,έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Έκλαιγε και έκλαιγε και έκλαιγε.
Έτσι τον βρήκαν οι άνθρωποι του Μαμαλη . Να κρατά την γριούλα αγκαλιά και να κλαίει.
Εκείνη την εποχή το δίκιο δινότανε γρήγορα. Και μάλιστα για τον Δράκο ένας λόγος παραπάνω. Πολύ γρήγορα. Σκοινί, θηλιά, κάποιο δέντρο και πάει ο Δράκος.
Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ,ήταν η γριούλα που τον κοίταγε από κάποια απόσταση. Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ήταν τα μάτια της. Και με έναν αναστεναγμό έκλεισε τα δικά του……………………καθώς τεντώθηκε το σκοινί.

Και μετά………τα ξανάνοιξε.!!
Μα…. Που βρισκότανε ; Δεν ήταν κρεμασμένος σε ένα δέντρο. Ήτανε σε έναν μεγάλο κατάλευκο διάδρομο και δεξιά αριστερά τα ομορφότερα λουλούδια και δέντρα που είχε δει ποτέ του. Δεν πόναγε καθόλου και αισθανότανε πάρα πολύ ελαφρύς. Σαν πούπουλο. Τι είναι όλα αυτά ; Σκέφτηκε. Τι συμβαίνει ;
Και….ποιοι είναι αυτοί που έρχονται προς τα μένα ; Μια γυναικεία φιγούρα πλημμυρισμένη στο φως πλησίαζε μπροστά απ’ όλους και πίσω της, δεξιά της και αριστερά της ,χιλιάδες πανέμορφοι άγγελοι να πετούν και να την συνοδεύουν ψέλνοντας. Η γυναίκα τον πλησίασε γρήγορα και του άπλωσε το χέρι χαμογελώντας. Έλα,!!!!!! του είπε.
Καλώς ήρθες στο σπίτι του παιδιού μου. Στο σπίτι σου.!!
Παναγιά μου!!!!!!! Του βγήκε η φωνή από μέσα του. Και γονάτισε εμπρός της σκύβοντας το κεφάλι.
Αν μπορούσε να κλάψει εκεί που βρισκότανε σίγουρα θα ξέσπαγε σε κλάματα.
Μα εκεί δεν κλαίνε!!!!!!
Αυτή τον ακούμπησε απαλά .Έλα, του είπε πάλι.
Μα Παναγιά μου, εγώ ; Τι θέλω εγώ ανάμεσα σας ; Εγώ είμαι κακούργος, είμαι ληστής, έχω βλάψει κόσμο. Εμένα πρέπει να με τιμωρήσετε, όχι να με καλοδεχτείτε.
Του είπε τότε η Παναγιά.
Ξεχνάς ότι ο πρώτος που μπήκε στο Βασίλειο του γιου μου ήταν ληστής ; Αυτό το Βασίλειο φτιάχτηκε παιδί μου για τους ληστές, τους κλέφτες και όλους τους παράνομους και αμαρτωλούς……που μετανοούνε .
Μα εγώ δεν πρόλαβα να μετανιώσω. Είπε πάλι ο Δράκος πάντα με σκυμμένο το κεφάλι.
Σταμάτησες να βοηθήσεις την ανήμπορη γερόντισσα ,ενώ μπορούσες να φύγεις και να σωθείς. Αυτό ήταν το εισιτήριο σου για το Βασίλειο του παιδιού μου.
Της καθάρισες το πρόσωπο και καθάρισες τις αμαρτίες σου.
Και τα δάκρυα που έριξες κρατώντας στην αγκαλιά σου την γριούλα ήταν η μετάνοια σου. Με όλα αυτά καθάρισες την ψυχή σου. Έλα παιδί μου. Με τιμές και δόξα πολύ, θα μπεις στον Παράδεισο!!!!!!!!
Σήκωσε το κεφάλι ο Δράκος για πρώτη φορά να αντικρίσει την Παναγιά και…..είδε τα μάτια της γριούλας από το αλώνι να του χαμογελούν. Τα μάτια της Παναγιάς!!!!
Κι ενώ οι Άγγελοι τον σήκωναν ψηλά ψέλνοντας ύμνους με μαγευτικές μελωδίες και ουράνια ακούσματα , ξεκινώντας όλοι μαζί προς την τεράστια φωτεινή πύλη που φαινότανε στο τέλος του διαδρόμου, ο Δράκος κοιτώντας πάντα την Παναγιά στα μάτια, ήταν η μόνη ψυχή που πέρασε ποτέ στον παράδεισο κλαίγοντας. Από χαρά και ευτυχία. Η ποιο αγνή ψυχή.!!!!!!!
Λένε ακόμα ιστορίες για τον Δράκο στην γη………μα και στον παράδεισο που θα ζει αιώνια.

John Fenix

Γεννήθηκα αλλιώς.! Γεννήθηκα επαναστάτης.!!


Γεννήθηκα αλλιώς.!
Γεννήθηκα επαναστάτης.!!

Μα δεν εβρήκα αρχηγό να τον ακολουθήσω.
Κι έγινα ο ίδιος αρχηγός κι ο εαυτός μου, οπαδός μου.
Τώρα ήμουνα έτοιμος λοιπόν, τον πόλεμο να αρχίσω.
Έναν πόλεμο άγριο, που όλος θα’ ήταν δικός μου.

Πρώτα λοιπόν, πρέπει να βρω,
ποιος θα’ναι ο εχθρός μου.
ενάντια σε ποιον θα πολεμώ
ποιος θα’ναι αντίπαλος μου.

Διαβάζω αρχαίους συγγραφείς, νεότερη ιστορία.
Μαθαίνω για τα κόμματα, μαθαίνω για Θρησκεία.
Έναν εχθρό ψάχνω να βρω, κάποιον να αφανίσω.
Ποιος θα’ ναι τάχα ο άτυχος, που θα τον πολεμήσω!

Επαναστάτη μου εαυτέ, βοήθησε λιγάκι.
Έχει μπλοκάρει το μυαλό και ιδέες δεν λαμβάνει.
Κάτι να πολεμήσουμε, ότι και να’ναι ,κάτι.
Κάνει, μια έτσι ο εαυτός και με καταλαμβάνει!!

Κι’ όλοι εχθροί μου γίνανε.
Κόμματα και εξουσία.
Όσοι τρωγαν και πίνανε.
Εξαίρεση καμία.!!

Πέρασαν χρόνια από τότε αρκετά.
Ο εαυτός μου πια, με είχε κυριεύσει.
Και τι δεν κάναμε στα χρόνια όλα αυτά.
Χιλιάδες πράγματα, είχαμε καταστρέψει!

Χτυπάγαμε ότι βρίσκαμε, δεν είχε σημασία.
Πόλεμος με το σύστημα,! ο στόχος ο δικός μας.
Οι αξίες τους, για μας, δεν είχαν κάποια αξία.
Αρκεί να ήμασταν εμείς οι δυο, ο αρχηγός μας.

Τώρα, στο τέλος η ζωή, μου δείχνει ότι φτάνει.
Ο εαυτός μου και εγώ, οι δυο επαναστάτες,
κάτω όλα τα βάλαμε, τι τάχα έχουμε κάνει;
Τι δώσαμε; Τι πήραμε; Για ποιον όλες οι μάχες;

Οι φίλοι μου από παιδί, φαμίλιες έχουν όλοι.
Παιδιά και εγγόνια απόκτησαν και όνομα έχουν κάνει.
Εμείς ποτέ δεν είχαμε λεφτά ,άδειο το πορτοφόλι.
Ούτε φίλοι, μας έμειναν κι ο θάνατος με φτάνει.

Για μένα πολεμήσαμε,!! μου λέει ο εαυτός μου.
Όταν εσύ δεν ήξερες, ενάντια σε ποιον να πολεμήσεις.
Εγώ έγινα τότε ο αρχηγός και εσύ ο οπαδός μου.
Κι έτσι ούτε που πρόλαβες εσύ, να επαναστατήσεις!!

Εγώ κινούσα τις κλωτσιές, που γύρω σου σκορπούσες.
Εγώ ήμουν μέσα στις μπουνιές, που έδινες τις νύχτες.
Εγώ κουνούσα λάβαρα, όταν μ’ αυτά βαρούσες.
Εγώ είμαι που ευθύνομαι και για τις καταδίκες.


Ναι, μα τι είναι που αλλάξαμε; Λέω στον εαυτό μου.
Οι μάχες μας; Ο τρόπος της ζωής; Ποιους έχει επηρεάσει;
Σε λίγο φεύγουμε ,τι καταφέραμε για το καλό μου;
Όταν θα φύγουμε οι δυο, ποιος ,που για μας θα κλάψει;

Μα τι είναι ετούτα που μου λες; Γυρνάει και μου λέει.
Επαναστάτης είσαι εσύ,! εχθρό ζητούσες ν’ αφανίσεις.
Εχθρό λοιπόν σου έδωσα ,κανένας δεν σου φταίει.
Εσύ όμως δεν κατάφερες ποτέ να τον νικήσεις,!

Και το μυαλό μου άνοιξε, λεύτερο στο λεπτό.
Γύρισε πίσω στα παλιά, όταν ξεκίναγε ο πόλεμος μου.
Τότε που μόνος έψαχνα να βρω έναν εχθρό.
Και δεν κατάλαβα ο τρελός, στης νιότης τον θυμό μου.

Πως ο χειρότερος εχθρός, ήταν ο εαυτός μου!!!!


John Fenix




Αν είχα μόνο μια ευχή!!!!!!!!!!!!


ΑΝ ΕΙΧΑ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΕΥΧΗ

Κάθισα μόνος μου στην πέρα ακρογιαλιά
Το πέλαγος μπροστά μου να ατενίζω
Μες το μυαλό μου έφερνα μορφές απ’τα παλιά
Που’ τυχε στην ζωή μου να γνωρίζω

Μεγάλοι άνθρωποι σοφοί, φίλοι και συγγενείς μου
Που έπαιξαν ρόλο δάσκαλου, στο διάβα της ζωής μου
Απ’ όσους έμαθα πολλά για σεβασμό και αγάπη
Για αξίες που υπηρετώ ,εγώ το τίποτα, εγώ το κάτι!

Έτσι καθόμουνα λοιπόν ,σκεφτόμουν την ζωή μου
Τι, που δεν έκανα καλά, τι, να το διορθώσω
Και ξάφνου ήρθαν δίπλα μου όλοι οι δάσκαλοι μου
Από τα πέρατα του νου, κι’ απάντηση θέλουν να δώσω

Εμείς σου μάθαμε πολλά, την γνώση την κατέχεις
Έμαθες πώς να πολεμάς, πώς να νικάς το ξέρεις
Ξέρεις το λάθος ,ξέρεις το σωστό, την δύναμη την έχεις
Γιατί μονάχος κάθεσαι εδώ και άδικα υποφέρεις.

Δεν υποφέρω φίλοι μου, δάσκαλοι της ζωής μου
Όσα μου μάθατε θωρώ ,αν τα’μαθα σωστά
Αν μπόρεσα να’μαι και εγώ , δάσκαλος της ψυχής μου
Και του μυαλού μου την φωνή, ποιος μου την κυβερνά

Αν έχω έλεγχο του νου, έλεγχο στην καρδιά μου
Τόσα πολλά που στην ζωή, θα ήθελα να κάνω
Πόση ευτυχία έχασα μεσ’απ’την αγκαλιά μου
Όσα θα ήθελα να δω, δεν ξέρω αν θα προκάνω

Με κοίταξαν για λίγο σοβαροί, κι’ ύστερα μου μιλάνε
Σκέψου καλά με το μυαλό και την ψυχή πριν απαντήσεις
Μια ευχή Δώρο από μας ,πολλοί την σπαταλάνε
Μια ευχή κάνε και συ κι ότι ζητήσεις θ’αποκτησεις

Ξαφνιάστηκα και τα’χασα, μπέρδεψα το μυαλό μου
Σε μια στιγμή, ποια είναι η σωστή ευχή για να ζητήσω
Να πω λεφτά, να πω φλουριά, κάτι ναχω δικό μου
Με κοίταγαν αμίλητοι κι ήθελαν να απαντήσω

Πολύ καλά τους λέω εγώ, μια ευχή, θα δείτε.!
Μια και μόνο, μόνο μια, ευχή που σας ζητάω
Κάθε ευχή που θα ζητώ να πραγματοποιείται
Κάθε που θέλω και ποθώ αμέσως ν’αποκταω….

Με κοίταξαν καλά καλά. Έβαλαν τα γέλια κι έφυγαν!!!!!!!
Νομίζω ότι άκουσα κάποιον καθώς έφευγε να με λέει λουμπινα.
Δεν είμαι σίγουρος. Μπορεί να μιλάγανε και μεταξύ τους
Αυτααααα!!

John Fenix

Σ’ΕΒΑΛΑ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΖΥΓΑΡΙΑ


 Μια μέρα σ’εβαλα ζωή στην ζυγαριά
Και δεν κουνήθηκε η βελόνα ούτε λίγο
Δεν είχες βάρος ,δεν είχες τύχη και χαρά
Ούτε ελπίδα πως θα άλλαζες πριν φύγω.

Δεν είχες όνειρα ,η κάτι να πιαστώ
Κάτι που να’λεγα ζωή ,σου βγάζω το καπέλο
Όλα στο μαύρο γύρω μου, νομίζω θα χαθώ
Τέτοια ζωή δεν την μπορώ και δεν την θέλω

Για δες καλύτερα ,μου λέει η ζωή
Μάθε επιτέλους τι θα πρέπει να ζυγίσεις
Η ζυγαριά που μ’εβαλες δεν είναι η σωστή
Τον εαυτό σου ζύγισε, πως θες εσύ να ζήσεις

Εσύ είσαι εγώ και εγώ είμαι εσύ
Πονάς εσύ και εγώ μαζί σου υποφέρω
Τα λάθη όμως που έκανες, δεν κάναμε μαζί
Άλλη ζωή θα ήθελα και γω να σου προσφέρω

Πρέπει να μάθεις, την ζωή να αγαπάς
Τα όνειρα σου τελικά , σε ποιους θα τα χαρίζεις
Μες στο μυαλό σου με ελπίδες να μεθάς
Κι όχι την ίδια σου ζωή εσύ να βρίζεις

Θα βρεις χαρά και στου ανέμου την δροσιά
Υπάρχει ελπίδα σε’να λουλούδι που ανθίζει
Πως χαίρεται ο αετός που πάνω σου πετά
Ένα παιδί γεννήθηκε, μην λες πως δεν αξίζει

Δεν φταίω εγώ για τις δικές σου επιλογές
Αν δεν σου ήρθανε καλά, τι σκύβεις το κεφάλι
Πάρε την δύναμη από τις δικές μου ομορφιές
Εγώ σε θέλω νικητή, να σηκωθείς και πάλι


Γύρω σου σκόρπισα χαρές μα δεν κοιτάς
Απλόχερα στα όνειρα σου ελπίδες βάζω
Μάθε να βλέπεις καθαρά ,όταν μ’ αναζητάς
Εγώ για σεναν είμαι εδώ ,μα δεν με βλέπεις ….
                                                  που υπάρχω!!!

John Fenix




Σήκωσα την ψυχή μου σαν αετό ψηλά

Ο αετός πετά ψηλά και γι’άλλο πράγμα
Να μην τον βλέπουνε τα άλλα τα πουλιά, όταν ξεσπά σε κλάμα.!


Σήκωσα την ψυχή μου σαν αετό ψηλά
Τον πόνο προσπαθώντας να ξεχάσει
Την άφησα και πέταξε στα σύννεφα μακριά
Μα τίποτα δεν γίνεται όσο ψηλά κι αν φτάσει.

Κι ένα πρωί έγινα η ίδια αετός, μήπως και καταφέρω
Με του αετού το πέταγμα ,την θλίψη μου να σβήσω.
Την θλίψη μου που σ’ έχασα, χωρίς ποτέ να ξέρω
Γιατί δεν ήμουνα κοντά, τα μάτια σου να κλείσω

Πήγα ψηλά, πολύ ψηλά, ξεπέρασα τα’αστερια
Και εκει επάνω ξέσπασα ,τον πόνο της ψυχής μου.
Έκλαψα όπως ταιριάζει σ’ αετό, με δάκρυα αιθέρια
Περήφανα και μόνη μου, γιάτρισσα της πληγής μου.



Ο αετός πετά ψηλά και γι’άλλο πράγμα
Να μην τον βλέπουνε τα άλλα τα πουλιά, όταν ξεσπά σε κλάμα.!


John Fenix σε συνεργασία με τον Ιορδάνη Οικονομιδη


Στήν μητέρα


                                                                                 
ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ

Γυμνός γεννήθηκα στον κόσμο κάποια μέρα
Και τ’ άστρο της ζωής μου ανέτειλε ψηλά.
Γλυκά μ’ αγκάλιασε κάποια και με μητέρα
Και με νανούρισε με λόγια τρυφερά.

Πάνω της μ’ έσφιξε σαν είχα γεννηθεί
Για μένα η καρδιά της σπαρταρούσε
Φάνταζε άγγελος μ’ανθρωπινη μορφή
Και πάντα με λαχτάρα μ’ αγαπούσε

Δίπλα μου στάθηκε σαν ήμουνα παιδί
Κακό μες την ζωή μου να μην πάθω
Κάθε μου θέληση γι’ αυτήν διαταγή
Τα όνειρα μου με ασφάλεια να πλάθω.


Να μαι καλός, μου έλεγε,
τον κόσμο ν’ αγαπάω
Σαν άξιος μες την ζωή
μ’άξιους να μιλάω
Μην βλάψω άνθρωπο ποτέ,
μου’ λεγε κάθε μέρα
Και γω της υποσχέθηκα,
πως θα τα βγάλω πέρα.



Μα ήρθε ο χάρος ζήλεψε,
την τόση ευτυχία
Σε μια βραδιά ,σε μια στιγμή,
χάρε ,είναι αμαρτία
μου έκλεψες σε μια βραδιά ,
τον άγιο άνθρωπο μου
Σε μια βραδιά, σε μια στιγμή,
παίρνεις τον άγγελο μου.



Τα χρόνια πέρασαν,
περνάει κι η ζωή
μα απ’το μυαλό δεν έφυγε,
της μάνας η μορφή
Από παιδί, μεγάλωσα ,
τα χρόνια με βαραίνουν
όταν όμως την σκέφτομαι ,
τα πάντα ομορφαίνουν


Μα στην ζωή γελάστηκα
και χάνω την πορεία.
Δεν έγινα όπως μου’ λεγε,
ούτε έγραψα ιστορία.
Άλλα, η μάνα μ’ έμαθε,
κι άλλα εγώ βιώνω
Απέτυχα μες την ζωή
κι ότι αγαπώ πληγώνω


Αυτήν που πόνεσε σαν είχα γεννηθεί
Αυτήν που τότε μου άπλωσε το χέρι
Αυτήν που μου’δωσε ετούτη την ζωή
Αυτήν επρόδωσα Θεέ μου… και το ξέρει.

Γιατί μ’αφήνεις χάροντα να ζω
Έλα και πόλεμο μαζί σου δεν θα στήσω
Αυτήν που πρόδωσα θέλω πάλι να δω
Και ταπεινά με δάκρυα...συγνώμη να ζητήσω!!

John Fenix

Αθάνατα παιδιά


Παιδί μου.

Έχει η ζωή πολλές χαρές
μα πιο πολλές οι λύπες
λίγες που μείνανε αρετές
να λες ότι εβρήκες.

Έχει φουρτούνες η ζωή
μ' αξίζει να την ζήσεις
είναι μεγάλη η αμοιβή
αν τελικά κερδίσεις.

Αθάνατος θε να γενείς
κι'η δόξα σου μεγάλη
αν εις το τέλος νικητή
σε βρει ετούτη η πάλη.

Χιλιάδες οι κακοτοπιές
που πρέπει να περάσεις
μα εγώ σου δίνω συμβουλές
πως στην κορφή να φτάσεις.

Έχε την πίστη οδηγό
βαθιά σου την θρησκεία
και ζήτα μόνο απ'τον Θεό
την Θεια προστασία.

Μα μην με την αγάπη σου
προς τον Θεό αφήσεις
τον δίπλα σου τον πονηρό
πάνω σου να πατήσει.

Δεν θέλει να'σαι ο Θεός
στην πίστη μπερδεμένος
εύκολο θύμα καθενός
και στην ζωή χαμένος.

Μέσα στο ψέμα γύρω σου
ψεύτης εσύ μην γίνεις
με την αλήθεια σύμμαχο
παράδειγμα να δίνεις.

Μάθε ν' ακούσεις την φωνή
που μέσα σου μιλάει
και κάθε πράξη σου κακή
αλύπητα χτυπάει

Άστηνε να σε οδηγεί
μεσ' της ζωής το διάβα
φίλος δικός της να γενείς
και άφοβα περπάτα.

Για άνθρωπο, λόγο κακό
στο στόμα σου μην βάζεις
μάθε να τον κατανοείς
κι όχι να τον δικάζεις.

Ότι σε εσε στηρίζεται
ποτέ σου μην προδώσεις
την πίστη τους για σένανε
ποτέ μην χαμηλώσεις.

Μάθε εκεί που θα κοιτάς
να βρίσκεις τι υπάρχει
αν την αλήθεια αναζητάς
κοίτα με άλλο μάτι.

Πολλά εσύ να μην τους λες
στα λίγα λόγια μένε,
όσοι μιλούν για να μιλούν
ανόητους τους λένε.

Την κάθε λέξη να μετράς
πολύ, πριν την μιλήσεις
κι' αν σε ρωτούν, να σκέπτεσαι
τι πρέπει ν' απαντήσεις.

Τις χάρες σου στους γύρω σου
εσύ να μην γνωρίζεις
άσε αυτούς για να τις δουν
και πιο πολλά κερδίζεις.

Μην στην μορφή στηρίζεσαι
στης ομορφιάς την δόξα
μα ατού μυαλού την δύναμη
και της ψυχής τα κότσια.

Εύκολα να μην λες το ναι
δική σου γνώμη να' χεις
κι αν σου μιλούν για άγνωστα
κράτα επιφυλάξεις.

Μην πάρεις λόγια αλλουνού
χωρίς εσύ να ξέρεις
αν την αλήθεια σου μιλά
κι αλλού τα μεταφέρεις.

Αν κάποιος την βοήθεια
τύχει να σου ζητήσει,
βοήθησε, και σένανε,
κάποιος θα βοηθήσει.

Μην στην ασχήμια τ' αλλουνού
ανόητα γελάσεις
γιατί την ίδια την στιγμή
την ανθρωπιά θα χάσεις.

Για κάθε πόνο της ζωής
μην βρίζεις τον Θεό σου
εκείνος όπλα σου έδωσε
μα ο πόλεμος δικός σου.

Εσύ είσαι αυτός που πολεμάς
συ κάνεις τις κινήσεις
κείνος κοιτά από ψηλά
να δει αν θα νικήσεις.

Γιατί σε τούτη την ζωή
που ήρθες να περάσεις
δεν ξέρω αν κατάλαβες...
μα δίνεις εξετάσεις.

Γι' αυτό σου λέω να μετράς
την κάθε κίνηση σου
και με σοφές επιλογές
να φτιάξεις την ζωή σου.

Μάθε να βλέπεις το κακό
παγίδες όταν στήνει
μέσα μην πέσεις και χαθείς
ατού πόνου την οδύνη.

Πράγμα αλλουνού να μην ποθείς
ούτε να αφαιρέσεις
και δόλιες σκέψεις μην κρατάς
πως θα τον καταστρέψεις.

Μην στην ανάγκη τ' αλλουνού
απάνω του πατήσεις
για ν' ανεβείς εσύ ψηλά
μ' αυτόν να αφανίσεις.

Στα νεύρα σου να κυβερνάς
σαν άξιος κυβερνήτης
και τον θυμό σου να κρατάς
με τέχνη να τον κρύβεις.

Γιατί στα νεύρα της στιγμής
που φέρνουν τον θυμό σου
μπορεί να κανείς πράγματα
έξω απ' τον εαυτό σου.

Αν τύχει κάποιος μυστικό
σε σένανε και δώσει
εσύ ποτέ να μην το πεις
ποτέ μην το προδώσεις.

Και το δικό σου μυστικό
κράτα στον εαυτό σου,
με φίλο αν το μοιραστείς
θα γίνεται εχθρός σου.

Στόχους να βάλεις στην ζωή
κι' αυτούς ν' ακολουθήσεις
μα να' ναι οι στόχοι σου αγνοί
αν θέλεις να νικήσεις.

Γιατί σε στόχους πονηρούς
αν βάλεις την ζωή σου,
μπορεί να φέρουνε καρπούς
μα χάνεις την ψυχή σου.

Αγάπη δίνε γύρω σου
αγάπη για να παίρνεις
ότι μ' αγάπη προσπαθείς
πάντα το καταφέρνεις.

Κι' αν στην αγάπη προδοθείς
αυτό μην σε χαλάσει,
μην σου βαρύνει την ψυχή
αν θες ψηλά να φτάσει.

Άλλα δεν έχω να σου πω
ότι είχα σου το είπα,
να ξέρεις πως σε αγαπώ
κι' ευχαριστώ που σ' είχα.

Μα θέλω τούτη την ζωή
που σ' έφερα να ζήσεις
θέλω παιδί μου να σε δω
εσύ να την νικήσεις.

Γι' αυτό λοιπόν τις συμβουλές
καλά να μελετήσεις
κι αθάνατος θε να γενείς
παιδί μου αν τις κρατήσεις.



John Fenix

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Ο Μπάρμπα Τάσος


Ο Μπάρμπα Τάσος



Χρόνια τον θυμάμαι, ακίνητο στην ίδια την γωνία.
Ίδια παράσταση, ίδια θωριά , πάντοτε ίδια η αγωνία.
Στον κάτω δρόμο του χωριού ,πάντοτε να κοιτά.
Κι όποιον πέρναγε ,με πόνο και λαχτάρα να ρωτά..

Μην είδατε τον Χρήστο μου, τον γιο μου τον φαντάρο;
Μήπως για σήμερα να ‘ρθεί; να πάω να τον πάρω.
Είναι ψηλός ,μελαχρινός, δυο μέτρα είναι παλικάρι.
Πέστε μου αν τον είδατε, κάντε μου αυτήν την χάρη.

Κι’ έλεγε!!
Κάνε Θεέ μου να γενεί, να ξαναδώ τον Χρήστο.
Κάνε Θεέ μου να τον δω, τα μάτια μου πριν κλείσω.
Φέρε καλή μου Παναγιά ,φέρε μου το παιδί μου.
Και δίνω για αντάλλαγμα ,την ίδια την ζωή μου.


Μα οι διαβάτες βιαστικοί και αμίλητοι περνούσαν.
Του χαμογέλαγαν πικρά και τον επροσπερνούσαν.
Όλοι σε τούτο το χωριό ,τον Μπάρμπα Τάσο ξέρουν .
Ότι ο κάθε ένας τους μπορεί, βοήθεια του προσφέρουν.


Περνούν οι μέρες βιαστικά ,οι μήνες και τα χρόνια.
Ο μπάρμπα Τάσος πάντα εκεί ,με κρύο και με χιόνια.
Να καρτερεί τον Χρήστο του ,τον γιο του να γυρίσει.
Χρόνια πολλά που έφυγε ,να πάει να πολεμήσει.

Στις μάχες μέσα χάθηκε, κανένας δεν τον βρήκε.
Από τις μάχες ζωντανός ,κανείς δεν έμαθε αν βγήκε.
Ο Μπάρμπα Τάσος στην γωνιά ,χρόνια τον περιμένει.
Στον κάτω δρόμο του χωριού, πάντα η ματιά στραμμένη.


Ο Μπάρμπα Τάσος πάλι εκεί, πρωί Δευτέρας ήταν.
Στον κάτω δρόμο κοίταγε, φωνές που ακουστήκαν.
Κόσμος πολύς ανέβαινε ,φώναζαν και γελούσαν.
Κάποιον στην μέση είχανε και τον χειροκροτούσαν.

Το τσούρμο όλο κι ανέβαινε κατά τον Μπάρμπα Τάσο.
Έτυχε κι ήμουνα κοντά κι’ έτρεξα τα νέα να προφτάσω.
Ο Χρήστος, Μπάρμπα Τάσο μου, ο γιος σου ανεβαίνει.
Αιχμάλωτο στις φυλακές ,χρόνια τον είχανε οι ξένοι.


Το πρόσωπο του έλαμψε, τα μάτια του δακρύζουν.
Και δυο ποτάμια δάκρυα ,να τρέχουνε αρχίζουν.
Το τσούρμο μας πλησίαζε ,κόντευε να μας φτάσει.
Κι ο Μπάρμπα Τάσος κίνησε ,τον γιο να αγκαλιάσει.


Χρήστο, φωνάζει ο γέροντας ,Χρήστο μονάκριβε μου.
Γύρισες γιε μου, γύρισες, σε ευχαριστώ Θεέ μου.
Στην αγκαλιά του με λυγμό ,έσφιξε το παιδί του.
Και μ’ άλλον ένανε λυγμό ,έφυγε η ψυχή του!!!!


John Fenix

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Τα βράδια ισορροπούνε οι ψυχές



Τα βράδια ισορροπούνε οι ψυχές

Εκεί που ψέμα και αλήθεια, ζούσανε πάντοτε μαζί
Εκεί ταξίδεψε, πάλι και απόψε η ψυχή μου
Μαζί το ψέμα και η αλήθεια , μια αόρατη κλωστή
Και πάνω στην κλωστή ,να ισορροπεί η ζωή μου


Μαζί με την δική μου ,όλες οι ανθρώπινες ζωές
Σε τούτη την αόρατη κλωστή ,που ισορροπούνε
Τα βράδια πάντοτε και οι δικές τους οι ψυχές
Στην ίδια ετούτη πάνω την κλωστή ,που απορούνε


Τι είναι το ψέμα άραγε ,που τάχα όλοι πολεμάνε;
Όλοι το τρέμουν ,το μισούν , μα όλοι που το έχουν;
Τι είναι η αλήθεια άραγε ,που τάχα όλοι αγαπάνε;
Μα αν έχει να κάνει με αυτούς ,δεν την αντέχουν;


Με ποια κριτήρια λοιπόν ,σε ετούτη την ζωή;
Ονόμασαν οι άνθρωποι ,ετούτο ψέμα κι’αυτό αλήθεια;
Η γνώση για να κρίνουμε , εάν δεν είναι αρκετή
Τότε, μην την αλήθεια κρύψαμε, μέσα στα παραμύθια;


Ένα παιδί αν σήμερα ,κάπου στον κόσμο γεννηθεί
Και όλη την ζωή του, μέσα σε κάποιο σπίτι κλείσω
Τον κόσμο που εμείς ξέρουμε ,ποτέ του αν δεν δει
Τότε με λόγια ότι υπάρχουμε, μετά ,πώς να το πείσω;


Εάν τον ήλιο, την σελήνη και τα αστέρια δεν θα δει
Το γάργαρο νερό του ρυακιού που τρέχει, αν δεν πιάσει
Πώς να το πείσω ,ότι όλα αυτά υπάρχουν στην ζωή
Και να του πω με αυτά, πως θέλω ένα ποίημα να γράψει


Θα ζει μες την αλήθεια του, μα για εμάς ,στο ψέμα
Ότι για εμάς και να του πω, ποτέ δεν θα πιστέψει
Κι όμως εμείς υπάρχουμε και αυτό είναι το θέμα
Για εμάς όμως εγώ, ποτέ δεν θα το είχα δασκαλέψει


Μήπως και εμάς εμάντρωσαν ,σ’ αυτό εδώ το σπίτι;
Ψεύτικη αλήθεια μάθαμε, ψεύτικη αλήθεια ζούμε;
Ίσως για αυτό να φεύγουν οι ψυχές, απ’ τον πλανήτη
Τα βράδια που σε αόρατες κλωστές ,ισορροπούνε


Από τα ψεύτικα αληθινά ,θέλει η ψυχή να δραπετεύσει
Τα αληθινά αληθινά ,έχουν ανάγκη οι ψυχές να βρούνε
Το ξέρουνε ,αλήθειες ψεύτικες ,ότι τις έχουν δασκαλέψει
Και σε μια αόρατη κλωστή της λογικής ,τα βράδια ισορροπούνε
............................................................................για να μην τρελαθούνε

John Fenix

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ!!!!! {Μια φανταστική ιστορία}


 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ!!!!! {Μια φανταστική ιστορία}

Όταν κάποιος είναι μόνος του, όλα είναι εύκολα για αυτόν. Κάνει ότι του αρέσει, δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν, κοιμάται όποτε θέλει, ξυπνάει όποτε θέλει, τρώει ότι θέλει, λέει ότι θέλει και γενικά δεν είναι υποχρεωμένος να δώσει αναφορά σε κανέναν για τις επιλογές του.
Κάποια στιγμή αν στον ένα έρθει άλλος ένας και γίνουν δυο τότε αλλάζουν τα πάντα.
Δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει ο ένας πια. Έτσι κάθονται οι δυο μαζί και βάζουν κανόνες για το πώς θέλουν να ζήσουν. Τι αρέσει στον ένα ,τι δεν αρέσει, τι αρέσει στον άλλο και τι δεν του αρέσει.
Στήνουν τους κανόνες τους και μαθαίνουν να σέβονται ο ένας τις επιθυμίες του άλλου. Αν οι δυο γίνουν τέσσερις ,πέντε η δεκαπέντε αρχίζει πάλι και γίνεται το ίδιο πράγμα.
Κάθονται κάτω συζητάνε τι αρέσει στον έναν, τι στον άλλο, χαράζουν καινούργιους κανόνες και αποκτούν όλοι σιγά σιγά κοινή συνείδηση για το τι είναι καλό η κακό για το σύνολο.
Οι δεκαπέντε αργότερα γίνονται εκατό η διακόσιοι και σιγά σιγά γίνεται πάλι το ίδιο.
Κάθονται κάτω φτιάχνουν καινούργιους κανόνες, αφού σαν ποιο πολλοί, υπάρχουν και περισσότερες γνώμες πλέον, αλλάζουν κάτι που πιστεύουν ότι ήταν καλό για τους δεκαπέντε αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο καλά και με τους διακόσιους και σιγά σιγά προσαρμόζονται όλοι σε αυτό που οι περισσότεροι της ομάδας θεωρούν σωστό και αποδεκτό..
Η ομάδα μας όμως έχει αρχίσει πια να διαμορφώνεται σε μια μικρή κοινωνία. Υπάρχουν άλλοι που ζουν φτιάχνοντας το ψωμί που θα φάνε οι υπόλοιποι, άλλοι ζουν φτιάχνοντας τα ρούχα που θα φοράνε, άλλοι κάνουν διάφορες δουλειές που είναι χρήσιμες στους υπόλοιπους και πληρώνονται και αυτοί με ότι τρόπο πληρώνει αυτή η κοινωνία ,για να ζήσουν κι αυτοί όπως κι οι άλλοι.
Σιγά σιγά οι κανόνες που έχει θεσπίσει αυτή η κοινωνία ονομάζονται νόμοι και έτσι η κοινωνία αυτή αποκτά τώρα νομοθέτες, αποκτά δικαστές για αυτούς που δεν τηρούν τους νόμους και αστυνομία για να συλλαμβάνει αυτούς που παρανομούν και να τους πηγαίνει στους δικαστές.
Εμφανίζεται η ανάγκη για διασκέδαση και παρουσιάζονται οι καλλιτέχνες που αναλαμβάνουν να υπηρετούν αυτήν την ανάγκη της κοινωνίας τους.
Εμφανίζονται οι εφευρέτες, οι μηχανικοί ,οι δάσκαλοι, οι έμποροι ,οι γιατροί και κάθε είδος επάγγελμα που κάθε κοινωνία έχει ανάγκη για να υπάρχει καθώς μεγαλώνει σε αριθμό.
Ο φόβος για να μην χάσουν ότι έχουν καταφέρει ,τους αναγκάζει να φτιάξουν και στρατό ο οποίος αναλαμβάνει να υπερασπίζεται το δικαίωμα αυτής της κοινωνίας να υπάρχει, όπως όλοι μαζί έχουν αποφασίσει ότι τους αρέσει να ζουν.
Και σιγά σιγά με τα χρόνια η κοινωνία αυτή έχει μεγαλώσει τόσο πολύ, που ονομάζεται χώρα. Αρχίζει να χαράζει τα δικά της όρια , μέσα στα οποία έχει αποφασίσει να ζήσει και τα ονομάζει σύνορα.
Μέσα λοιπόν από αυτά τα σύνορα ζουν άνθρωποι που έχουν διαμορφώσει με τον καιρό κοινή συνείδηση, κοινά πιστεύω, κοινές αξίες, κοινά ήθη και έθιμα, κοινές συνήθειες και κοινά πιστεύω.
Μια ομάδα, μια κοινωνία και πόσον μάλλον μια χώρα δεν θα μπορούσε να υπάρχει αν δεν υπήρχε και ένας αρχηγός, που θα ήταν υπεύθυνος για την καλή λειτουργία της ομάδας αυτής.
Όλα αυτά τα χρόνια που από ομάδα εξελίχτηκαν σε χώρα, είχαν και κάποιον διαφορετικό αρχηγό που ήταν υπεύθυνος για αυτούς και τους καθοδηγούσε.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν άρχισαν πλέον να δημιουργούνται διαφορετικές τάσεις, που ξεκινούσαν από διαφορετικά συμφέροντα, ανάμεσα στους κατοίκους αυτής της χώρας.
Άλλοι πίστευαν αυτό σαν σωστό, άλλοι πίστευαν για σωστό κάτι άλλο, άλλοι ήθελαν εκείνο που ήθελαν και οι άλλοι αλλά με κάποιες παραλλαγές και πάει λέγοντας. Έτσι θεώρησαν σωστό, ο κάθε αρχηγός για να μπορεί να κυβερνάει δίκαια, να έχει κοντά του και ανθρώπους που θα προέρχονται αντιπροσωπευτικά από όλες τις μεγάλες ομάδες, {βλέπε τάσεις η βλέπε κόμματα }για να μπορεί να ακούει και την δική τους γνώμη, προκείμενου να κυβερνάει δίκαια ,αλλά και αυτοί να μπορούν να τον ελέγχουν στην διοίκηση αυτής της χώρας, για να μην κάνει αυτός ότι θέλει.
Αυτό από κάποιους ονομάστηκε δημοκρατία.!!!
Έτσι έφτασε κάποια στιγμή αυτή η συγκεκριμένη χώρα πλέον, που μιλάμε τόση ώρα να θέλει τριακόσιους εκπροσώπους του λαού, για να μπορεί να λειτουργήσει, προκειμένου να ασκεί η εξουσία τα καθήκοντα της, για το καλό πάντα του συνόλου των κατοίκων της χώρας αυτής.
Άρχισαν λοιπόν να παίρνουν αποφάσεις και ξανά αποφάσεις και ξανά μανά αποφάσεις για το πώς θα ήταν καλύτερο να κυβερνήσουν τον κόσμο αυτής της χώρας.
Η δουλειά τους ήταν να παίρνουν αποφάσεις και μόνο. Ούτε τους ένοιαζε, {αλλά δεν είχαν και τις γνώσεις από την ζωή} για το αν οι αποφάσεις αυτές ήταν σωστές η όχι. Η αν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Αρκεί που έπαιρναν αποφάσεις. Αυτοί δεν δούλευαν ποτέ.!! Μόνο αποφάσεις έπαιρναν!!!!
Ηλίθιες αποφάσεις!!.
Είχαν βέβαια φροντίσει για τον εαυτό τους και οι τριακόσιοι να έχουν εξασφαλίσει, ότι δεν θα πάνε φυλακή για όποια ηλίθια απόφαση και αν έπαιρναν. Και έτσι συνέχιζαν να παίρνουν αποφάσεις εκ του ασφαλούς.
Ηλίθιες αποφάσεις!!.
Ώσπου κάποια μέρα είδαν ότι τόσο καιρό δεν παίρνανε σωστές αποφάσεις. Ότι είχαν κάνει πολλά, πάρα πολλά λάθη, ότι είχαν καταστρέψει την χώρα και τον κόσμο που τους εμπιστεύθηκε και άρχισαν να ρίχνει το φταίξιμο ο ένας στον άλλο.
Εσύ φταις που το’κανες αυτό. Οχι εσύ φταις που δεν με εμπόδισες να το κάνω. Και πάει λέγοντας. Εν τω μεταξύ ο κόσμος άρχισε να πεινάει. Δουλειά δεν είχε και άρχισε να φεύγει σε άλλες ποιο οργανωμένες ομάδες, κοινωνίες ,χώρες, για να ζήσει.
Όχι βέβαια ότι αυτό εμπόδισε τους τριακόσιους να συνεχίσουν τα ίδια. Κάθε μέρα δουλειά δεν είχαν και τσακωνόντουσαν ποιος είχε πάρει την ποιο λάθος απόφαση από τον άλλο.
Και φυσικά αφού ο κόσμος όλο και περισσότερο έφευγε από την χώρα για κάπου καλύτερα , αυτοί όλο και περισσότερο ανέβαζαν τους φόρους για να ισοσκελίσουν την ζημιά από αυτούς που έφυγαν.
Έτσι η ζωή όσων έμεναν ακόμα στην χώρα αυτήν γινότανε όλο και ποιο δύσκολη. Γι’ αυτό και φεύγανε και φεύγανε και φεύγανε ενώ οι τριακόσιοι εξακολουθούσαν να τσακώνονται για το ποιος φταίει παραπάνω και ανεβάζανε τους φόρους κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα ώσπου έφτασαν να ζητάνε από κάποιον που έβγαζε από την εργασία του δέκα ουδέν εύρων τον χρόνο{το ουδέν εύρων ήταν το νόμισμα της χώρας αυτής}να πληρώνει φόρο τριακόσια ουδέν εύρων.!!!
Τότε ήτανε που μέσα σε μια νύχτα μαζέψανε όλοι τα πράγματα τους και φύγανε από την χώρα αυτή παίρνοντας μαζί και ότι ουδέν εύρων τους είχαν απομείνει. Πήγαν σε άλλες χώρες καλύτερες, να συνεχίσουν την ζωή τους.
Το άλλο πρωί λοιπόν που ξημέρωσε, βρήκε την χώρα αυτή {που ξεκίνησε από έναν και έγιναν πολλοί,}άδεια και έρημη.
Μόνο οι τριακόσιοι είχαν μείνει, σε μια μεγάλη αίθουσα και εξακολουθούσαν να τσακώνονται για το ποιος φταίει, χωρίς να έχουν καταλάβει ότι όλοι οι άλλοι είχαν φύγει, αυτοί εξακολουθούσαν να βάζουν φόρους, να βγάζουν νόμους και να ετοιμάζουν καινούργια σχέδια για να σώσουν την χώρα.
Κατάλαβαν ότι ήταν μόνοι τους ,μόνον όταν χρειάστηκαν ένα ποτήρι νερό και δεν υπήρχε κανένας να τους το πάει. Και τότε κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με τρόμο….και έβαλαν τα κλάματα όλοι μαζί. Κλαίγανε με τις ώρες. Όχι γιατί κατάλαβαν τα λάθη που είχαν κάνει.!!! Αλλά επειδή συνειδητοποίησαν ότι από δω και πέρα πρέπει να παίρνουν το νερό μόνοι τους…..


Ηθικόν δίδαγμα.; Κανένα!!!!!
Δεν υπάρχει τίποτα το ηθικό σε αυτό που μόλις περιέγραψα. Αν με το ζόρι, πρέπει ντε και καλά, κάτι να καταλάβουμε, ας πούμε ότι αυτό που βγαίνει από αυτή την ιστορία είναι ότι αυτή η χώρα ,αλλά και η κάθε χώρα έχει τους αρχηγούς που της αξίζουν.!!!
Και σίγουρα σε αυτήν την χώρα που μόλις περιέγραψα χρειάζονται νέες αξίες ,νέες ιδέες και ιδανικά, νέα πιστεύω ,νέος αρχηγός!!!! Για να κάνει πάλι μια νέα αρχή ,αυτή η χώρα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από τον έναν…………



John Fenix

Θέμα οπτικής γωνίας.

Θέμα οπτικής γωνίας.

Έχουμε έναν κύβο που η κάθε πλευρά του έχει και άλλο χρώμα. Τον ακουμπάμε σε ένα τραπέζι και απέναντι από την κάθε του πλευρά καθίζουμε και ένα άτομο. Έτσι το κάθε άτομο βλέπει μόνο την μια πλευρά. Και τους ρωτάμε τι βλέπουν.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1.Βλεπω έναν κύβο πράσινο που η απάνω του πλευρά είναι άσπρη
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2 Βλέπω έναν κύβο κόκκινο που η απάνω του πλευρά είναι άσπρη
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3.Βλεπω έναν κύβο κίτρινο που η απάνω του πλευρά είναι άσπρη
ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4. Βλέπω έναν κύβο μπλε που η απάνω του πλευρά είναι άσπρη.

Και αρχίζει το πανηγύρι. Κοιτάει ο ένας τον άλλο με έκπληξη και νομίζει ότι έχει να κάνει με τρελούς.
Τι λέτε μωρέ ; Ο κύβος είναι μπλε. Μπροστά μου είναι και τον βλέπω. Θα με τρελάνετε;
Άντε βρε από εδώ πέρα. Ο κύβος είναι κόκκινος. Και εγώ μπροστά μου τον έχω και τον βλέπω.
Καλά είστε και οι δυο αλλού ξημερωμένοι. Ο κύβος είναι πράσινος. Δεν ξέρω τι βλέπω;
Και οι τρεις είστε για δέσιμο. Ο κύβος είναι κίτρινος. Στραβοί είστε;

Και η συζήτηση συνεχίζεται για ώρες ,προσπαθώντας ο ένας να πείσει τους άλλους, ότι αυτό που βλέπει ο άλλος είναι λάθος και αυτό που βλέπει αυτός είναι το σωστό.
Μπορούν να τσακωθούν, να χτυπηθούν, να κάνουν άσχημα πράγματα ο ένας στον άλλο, επειδή ο κάθε ένας πιστεύει ότι αυτός έχει δίκιο και οι άλλοι έχουν λάθος.
Κανένας τους δεν κρατάει καμία επιφύλαξη ότι μπορεί να κάνει και λάθος. Είναι όλοι κατηγορηματικοί για αυτό που λένε και το υπερασπίζονται με φανατισμό.
Αν μπει τότε κάποιος στο δωμάτιο και κάνει έναν γύρω στο τραπέζι θα δει ότι και οι τέσσερις έχουν λάθος για αυτά που υποστηρίζουν. Ο κύβος δεν έχει ένα χρώμα, αλλά η κάθε πλευρά του έχει και διαφορετικό χρώμα. Και καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, γιατί μπόρεσε να έχει μια σφαιρική άποψη για τον κύβο αφού τον είδε από όλες τις οπτικές γωνίες του {εκτός φυσικά από αυτή που ακουμπά στο τραπέζι, αλλά που δεν έχει καμία σημασία σε αυτό το πείραμα}
Αν προσπαθήσει να τους πει τι είδε και δεν τον πιστέψουν, κινδυνεύει και αυτός να θεωρηθεί τρελός για αυτά που υποστηρίζει.

Έτσι συμβαίνει και στην ζωή. Ο κάθε ένας από εμάς σύμφωνα με την οπτική γωνία που βλέπει ένα θέμα, ένα αντικείμενο, ένα γεγονός κ.λ.π. βλέπει μόνο αυτό που η οπτική του γωνία του επιτρέπει. Η οπτική γωνία του καθενός από εμάς ,δημιουργείται σύμφωνα με το περιεχόμενο μας που έχει διαμορφωθεί από πολλούς παράγοντες, όπως η μόρφωση ,η εμπειρία, η λογική, η αντίληψη, ο χαρακτήρας, ο φανατισμός, η διάθεση για γνώση ,τα πολιτικά πιστεύω του και ένα σωρό άλλα στοιχεία που συνθέτουν αυτό που ο ίδιος είναι.
Έτσι βλέπει αυτός τα πράγματα.
Κάποιος άλλος τα βλέπει αλλιώς. Και κάποιος άλλος τα βλέπει αλλιώς και αυτός.
Όλοι κατά την άποψη τους βλέπουν τα πράγματα σωστά. Όλοι μας βλέπουμε τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία ,γιατί ο κάθε ένας από εμάς είναι μοναδικός και διαθέτει μια τελείως διαφορετική οπτική γωνία προσέγγισης.
Είναι πολύ δύσκολο στην καθημερινότητα της ζωής ,να έχουμε σφαιρική άποψη για κάποιο θέμα. Θα νομίζουμε ότι έχουμε αλλά δεν θα έχουμε. Απλά θα νομίζουμε.
Για αυτόν το λόγο, θα πρέπει να είμαστε ηπιότεροι όταν εκφράζουμε τις απόψεις μας ,δεν πρέπει να τις εκφράζουμε με φανατισμό και ούτε στρεφόμενοι ο ένας εναντίον του άλλου, επειδή αυτός τα βλέπει αλλιώς ,αλλά και ούτε να προσπαθούμε να επιβάλουμε την δική μας άποψη σαν την μόνη σωστή. Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό και να σεβαστεί την διαφορετική άποψη του άλλου, ο άνθρωπος που πιστεύει ότι αυτός τα ξέρει όλα και οι άλλοι είναι λάθος ,χωρίς να το καταλαβαίνει στερεί από τον εαυτό του την δυνατότητα να γίνει σοφότερος , καλύτερος και ποιο δίκαιος.
Όταν θα πάψω να αναγνωρίζω τα λάθη μου θα έχω σκοτώσει το πνεύμα μου γιατί θα του έχω στερήσει την δυνατότητα να γίνει καλύτερο. Καλή ημέρα σε όλους σας.

John Fenix